25 Φεβρουαρίου, 2008

Φυσικά, εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…

Γιατί έχω την αίσθηση ότι οι πολύτεκνοι έχουμε πέσει χαμηλά; Κάτι οι πυρκαγιές του καλοκαιριού, κάτι οι πρόσφατες παγωνιές, κάτι τα εκ Βρυξελλών χρυσόβουλα, (το μάθαμε πια το παραμύθι, όλες τις αντιλαϊκές ανισορροπίες μας στην ΕΕ τις χρεώνουμε, κι άντε να πάει ο Ελληνάκος να βρει το δίκιο του στας Ευρώπας), κάτι η νεκρική ακαμψία του κράτους της ΠΔΨ (υπενθυμίζω: Πλησιοαφρικανική Δημοκρατία της Ψωροκώσταινας), πορτοκάλια φέτος δεν μοιράστηκαν στις πολύτεκνες οικογένειες. Και λοιπόν; Ούτως ή άλλως κανείς δεν γινόταν πλούσιος από την κρατική ελεημοσύνη, κι όμως κάποιοι γόγγυξαν. Γιατί; Δεν το καταλαβαίνω! Γιατί ανταλλάσσουμε την αξιοπρέπειά μας με 2 κούτες πορτοκάλια; Αυτό είναι το πρόβλημά μας;

Γιατί δεν άκουσα από πουθενά έστω κι ένα σχόλιο για την «ασφαλιστική» μεταρρύθμιση, και για τον αισχρό τρόπο που μας αφήνει απ’έξω; Δεν το καταλάβαμε ότι βάζουν στο ίδιο τσουβάλι κάποιον με δέκα παιδιά με κάποιον με ένα; (κατά πολλοστή παράβαση του Συντάγματος, άρθρο 21, το οποίο ούτως ή άλλως εν πολλοίς έχει πια καταντήσει για χρήση τουαλέτας και μόνο). Στην ίδια πρακτικά ηλικία θα βγει στην σύνταξη η κυρα-Βάσω, μάνα εφτά παιδιών με μια ανύπαντρη, και φυσικά την ίδια σύνταξη θα παίρνει! Κι ας έχει χιλιαπλάσιες υποχρεώσεις. Κι ας είναι τα δικά της 7 παιδιά αυτά που θα πληρώνουν την σύνταξη και της ανύπαντρης. Κι ας έχει στερηθεί η κυρα-Βάσω τα πάντα, γερασμένη πρόωρα, για να τα μεγαλώσει, ενώ αλλιώς θα ζούσε την ζωούλα της την ανέμελη και την χαρισάμενη. Γιατί αυτό δεν το καταγγέλουμε; Γιατί αφήνουμε να μας παραμυθιάζουν σαν μωρά;

Διότι αυτοί οι γραβατοφόροι εξυπνάκηδες, οι ψευδόμενοι καθ’έξιν και κατ’επάγγελμα, οι εργατο-λαο-πατέρες της κακιάς ώρας, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους κοπτόμενοι για τα δήθεν τάχα μου αποθεματικά των δήθεν τάχα μου «υγειών» ταμείων τους, λέγοντας ιστορίες για 1000+1 νύχτες, αλλά σκοπίμως μας αποκρύπτουν ότι η σύνταξη που θα πάρει εις έκαστος εξ ημών δεν θα είναι η επιστροφή των εισφορών που έχει ήδη προ-καταβάλλει, (με αυτές απλά κατοχυρώνεις δικαίωμα), αλλά θα προέρχεται από τις εισφορές των τωρινών παιδιών, δηλαδή των αυριανών εργαζομένων. Άρα τα δικά σου 8 παιδιά, κυρ-Αντώνη θα ταΐζουν τον 50άρη Μητσάρα, τον πλέιμπόι, τον γείτονα, που σε κοιτάει και στραβά για την 2000 κυβικών αμαξάρα σου (το λεωφορειάκι με τις κόκκινες πινακίδες). Στα γεράματά του, βέβαια, γιατί ακόμα έχουμε καιρό.

Άρα, το «ασφαλιστικό» πρόβλημα δεν είναι ασφαλιστικό, αλλά καραμπινάτο ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ. Αυτό γιατί δεν βγαίνει κανείς να το φωνάξει; Κι όμως, ακόμα θα κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Για πόσο ακόμα; Προς το παρόν γκρινιάζουμε για τα πορτοκάλια…

Κι όμως, δεν σταματάει εδώ το κακό. Η «ισότητα» που μας διαφημίζουν είναι ανισότητα εξόφθαλμη. Πρόσφατα θεσμοθετήθηκε και το «ενιαίο τέλος ακίνητης περιουσίας». Πρέπει να είναι κανείς πάνσοφος και βάλε, για να εμπνευσθεί ένα τέτοιο «δίκαιο» μέτρο. Τύφλα νάχει ο Σόλων! Διότι εσύ κυρ-Αντώνη με τα 8 παιδιά σου είσαι πλούσιος καπιτάλας, έχων και κατέχων, και θα ξηλωθείς να τα στάζεις στην Ψωροκώσταινα, διότι έχεις σπιταρόνα με 5 παρακαλώ δωμάτια! (κάντε την διαίρεση, 2 παιδιά ανά δωμάτιο, αυτό κι αν δεν είναι πολυτέλεια). Ενώ η κυρα-Σούλα, η συνάδελφος και γειτόνισσά σου, η «δεσποινίς», η «έφηβη» ντε, με το 2άρι, (που σε κοιτάει και στραβά επειδή προηγήθηκες στην μετάθεση) αυτή θα απαλλαχθεί. Α, ξέχασα! Είχες κάνει και το λάθος να κονομήσεις με ματωμένες οικονομίες και από ένα χωραφάκι στις κόρες σου, για προίκα, να μην τις παντρέψεις ξεβράκωτες. Καημένε μου, ψάξε για τρίτη δουλειά (γιατί δεύτερη ήδη κάνεις εδώ και χρόνια), γιατί σε βλέπω πίσω από τα κάγκελα! Διότι ή έχουμε ισότητα ή δεν έχουμε. Φυσικά, εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…

Κι όμως, δεν σταματάει εδώ το κακό. Και νάτανε μόνο τα πορτοκάλια. Τρέμεις, κυρ-Αντώνη, μην τυχόν και χαλάσει κανα δόντι στην οικογένεια. 10 άτομα επί 1 σφράγισμα επί πόσο πάει το κάθε σφράγισμα, λογάριασε. Φυσικά το κόστος θα το δώσεις από την τσέπη σου. Η Ψωροκώσταινα έχει άλλους «ημετέρους» να εξασφαλίσει. Αναξιοπαθούντες προμηθευτές νοσοκομείων, φαρμακοβιομηχάνους, κλπ. Είναι και οι καημένες οι ΠΑΕ, με τα χρέη τους, πού να τα βγάλουν πέρα; Δεν περισσεύει τίποτα για τα δικά σου σφραγίσματα, κυρ-Αντώνη. Καημένε μου, πρωταθλητής έχεις γίνει στην προληπτική στοματική υγιεινή. 10 βουρτσίσματα την ημέρα! Φυσικά, εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…

Έχουμε όμως ισότητα. Ίσες ευκαιρίες. Διότι τα 8 παιδιά σου, κυρ-Αντώνη, έχουν ακριβώς ίσες ευκαιρίες μόρφωσης με τον Θανασάκη, το γειτονόπουλο, το μοναχοπαίδι. Για την ακρίβεια έχουν ίσα, και παραπάνω ακόμα δικαιώματα στον αποκλεισμό τους από την μόρφωση. Διότι η Ψωροκώσταινα ούτε σχολεία σοβαρά δεν μπορεί να οργανώσει για τα παιδιά σου, κυρ-Αντώνη, ούτε και σου καλύπτει τίποτα από τα έξοδά σου για τα φροντιστήρια των παιδιών (ως όφειλε φυσικά, καθώς πανθομολογουμένως η Πολιτεία έχει παταγωδώς αποτύχει στο να παρέχει στα παιδιά την μόρφωση που τους υπόσχεται, αλλιώς ποιος χαζός θα έδινε μια περιουσία στα φροντιστήρια;) Ισότητα, λοιπόν κι εδώ, αλλά ισότητα στην αποτυχία και τον αποκλεισμό, όχι στην μόρφωση και την πρόοδο. Πάντως ισότητα! Φυσικά όμως εσύ γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια…

Κι όμως, δεν σταματάει εδώ το κακό. Ακριβώς γιατί εσύ κυρ-Αντώνη γκρινιάζεις για τα πορτοκάλια. Γιατί εσύ κυρ-Αντώνη τόσα χρόνια συνήθισες να εκλιπαρείς για την κρατική ελεημοσύνη. Συνήθισες να επαιτείς. Κι όσο επαιτείς δεν θα μπορέσεις ποτέ να απαιτήσεις. Εσύ, και όλοι όσοι μοιράζονται τα ίδια βάρη με εσένα, μεταγγίζοντας τόσα χρόνια το αίμα σας και την ζωή σας στην ψυχορραγούσα Ψωροκώσταινα. Πρέπει όμως να απαιτήσεις, όχι τίποτες ελιτίστικα προνόμια (δεν ήσουν ποτέ τέτοιος, κυρ-Αντώνη), αλλά την αυτονόητη αξιοπρέπεια που σου οφείλει αυτή η Πολιτεία. Σε εσένα, στο αίμα, και στον ιδρώτα σου. Να τα απαιτήσεις! Κι άστα τα πορτοκάλια…

Φλώρινα, Φεβρουάριος 2008

14 Δεκεμβρίου, 2007

Πολιτεία ή «πλειοψηφία»;

Στα κοινά το θεμελιωδώς ζητούμενο δεν είναι η Δημοκρατία, και φυσικά δεν είναι ούτε και η ποικιλοτρόπως νοθευμένη «Δημοκρατία» των ημερών μας. Πρωτίστως το ζητούμενο είναι η Πολιτεία, το ψυχοπόνεμα της κοινής μας μοίρας, η αίσθηση ευθύνης για την κοινή μας πορεία. Έννοια ξεχασμένη, αραχνιασμένη η Πολιτεία, κανείς πια δεν μιλάει για αυτήν, κι όμως δίχως αυτήν ο,τιδήποτε άλλο στον κοινό μας βίο στερείται νοήματος.

Πολιτεία θα πει το εγώ να υποκλίνεται ταπεινά στο εμείς. Θα πει το δούναι να προτάσσεται του λαβείν. Θα πει ανάληψη της ευθύνης από τον καθένα σύμφωνα με το μερίδιό του, ανάληψη πραγματική, κι όχι στα λόγια. Θα πει ολοκληρωτική ένταξη του ατόμου στους Θεσμούς, όχι σε τίποτα άνωθεν ή έξωθεν επιβεβλημένους νόμους, αλλά στα θέσμια της εν ελευθερία αυτονομίας μας.

Κάποτε, πολύ παλιά –ποιος τα θυμάται πια αυτά- η Πολιτεία νοηματοδοτούσε την ζωή των προγόνων μας, ανεξάρτητα από το επιμέρους μοντέλο διακυβέρνησης και διαχείρισης. Και ήταν τόσο στέρεη αυτή η νοηματοδότηση, που η εσχάτη των ποινών συνήθως δεν ήταν άλλη από την εξορία, τον εξοστρακισμό. Το έσχατο κατάντημα ήταν να είσαι «άπολις». Η χειρίστη βρισιά να σε αποκαλούν «ιδιώτη», ή «αχρείο», άχρηστο δηλαδή για το κοινό καλό. Ποιος τα θυμάται όμως πια αυτά;

Και κυρίως, ποιος τα διδάσκει στα παιδιά μας; Στα παιδιά μας τα ταμπουρωμένα πίσω από δυο λουκέτα και μια πρόχειρα φραγμένη είσοδο σχολείου, αλλά πρωτίστως πίσω από τον μηδενισμό, την υπερφίαλη έπαρση και την ανευθυνότητα που εμείς, οι οικτρά αποτυχημένοι 40άρηδες γονείς φροντίσαμε να τους εμφυσήσουμε. Στα παιδιά που αντίς για γνώση εννοούν την κατάρτιση, την χρηστική εκμάθηση και την προετοιμασία για τις εξετάσεις. Στα παιδιά που τα ψυχανωμαλιάσαμε με τις δικές μας νοσηρές εμμονές στις αριθμητικές βαθμολογίες και στο κατινίστικο καραγκιόζεμα του διαγκωνισμού για την «σημαία». Στα παιδιά που κανείς δεν τους δίδαξε πως το «χρήσιμο» δεν είναι πάντα και ωφέλιμο, πως η γνώση δεν οδηγεί απαραίτητα και στην σοφία, πως ο μόχθος τους δεν συνιστά κατ’ ανάγκη και μαθητεία. Στα παιδιά που ακόμα μπορούν και οσμίζονται πως κάτι δεν πάει καλά, ή καλύτερα πως τίποτα δεν πάει καλά, αλλά ελλείψει εμπειρίας δεν μπορούν να διακρίνουν καθαρά τι είναι αυτό. Στα παιδιά που, στερημένα από το χάδι μας, και παραμπουκωμένα από την υλική αφθονία της απουσίας μας, αποπειρούνται «σχέσεις» από τα 13 τους, αλλά Σχέσεις ίσως δεν καταφέρουν ποτέ να συνάψουν. Που τρέχουν στα ωδεία, στα μπαλέτα, στα χορευτικά, στα καλλιτεχνικά, αλλά για την υψηλή Τέχνη της Αγάπης και της συνύπαρξης ουδέποτε έχουν ακούσει.

Στα παιδιά που ποτέ δεν διδάχθηκαν ότι «πλειοψηφία» δεν σημαίνει πάντα δημοκρατία, και οπωσδήποτε όχι απαραίτητα και πολιτεία. Που αντ’αυτού τους πείσαμε ότι φτάνει μια προσχηματική πλειοψηφία, και ενίοτε περιττεύει και αυτή, για να στερήσουν την παιδεία από τους συμμαθητές τους κι από τους εαυτούς τους. Άποψη που υποστηρίζεται όχι από κανέναν άξεστο επαρχιώτη, αλλά από τα πλέον επίσημα χείλη, και δη από τον ίδιο τον Αξιότιμο κ.κ.Υπουργό Εθνικής (παρα;)Παιδείας και Θρησκευμάτων, όταν δηλώνει δημοσίως κι ευθαρσώς ότι οι αποφάσεις των μαθητών για καταλήψεις των σχολικών κτηρίων είναι απολύτως σεβαστές, αρκεί να έχουν ληφθεί κατά πλειοψηφία(!!!).

Και το χειρότερο δεν είναι οι χαμένες ώρες διδασκαλίας των γνωστικών αντικειμένων, που ούτως ή άλλως χάνονται μες την μπαχαλώδη ανοργανωσιά του Υπουργείου (παρα;)Παιδείας, αλλά η συστηματικότατα μεθοδευμένη διδασκαλία της αυθαιρεσίας και της ετσιθελικής κατάλυσης των θεσμών. Τα παιδιά μας μαθαίνουν ότι η παιδεία είναι απλά ένα ακόμα δικαίωμά τους, που αν θέλουν το αποποιούνται ή και το αφαιρούν από τους συνομηλίκους τους. Κι όμως πρώτα απ’ όλα είναι υποχρέωσή τους απέναντι στην ίδια τους την προκοπή. Πείθονται πως μπορούν ατιμωρητί να καταλύουν τους θεσμούς, ειδικά με το πρόσχημα την δυσλειτουργίας τους. Κι όμως αυτό που μας καθιστά κοινωνία πολιτισμένη δεν είναι η απολύτως εύρυθμη λειτουργία των θεσμών μας, αλλά η ίδια τους η ύπαρξη.

Ύπουλη συνιστώσα του προβλήματος η διακριτική κι αθόρυβη παραμονή της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης στο περιθώριο των γεγονότων. Ουδείς διανοείται να διαταράξει την γαληνοτάτη λειτουργία των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, όσο κι αν κατ’ επίφαση εναντιώνεται στην λογική τους, όσο κι αν κόπτεται για την δημόσια, «δωρεάν» (συγγνώμη, διάλειμμα για αυθόρμητα γέλια) παιδεία. Κι υπερκείμενη του αθλίου και θολού αυτού σκηνικού η ευλογούσα Δεξιά (χειρ) του Υπουργείου (παρα;) Παιδείας. Ευλογούσα την κατά παραγγελία και κατά πλειοψηφία προαποφασισμένη κατάλυση των θεσμών.

Τα συμπεράσματα δικά σου, ώ αναγνώστα. Τα δικά μου όχι πως τα κρατώ κρυφά, αλλά αρκετά σου μαύρισα την καρδιά, νομίζω.

24 Μαΐου, 2007

Αδόλφος, ο Μέγας αδικημένος.

Είναι ίδιον των μεγάλων ανδρών (μας διδάσκει η ιστορική εμπειρία) να προηγούνται της εποχής τους, κι ως εκ τούτου συχνάκις να παρεξηγούνται από τους συγχρόνους τους, οι οποίοι εν μέσω μυωπικής πεζότητας αδυνατούν να τους καταλάβουν. Έτσι η αξία των μεγάλων ανδρών (και ισαρίθμων γυναικών -για να είμαστε και κατά Ρεπούση politically correct) αναγνωρίζεται πολύ αργότερα.

Λοιπόν και ο Αδόλφος ο Μέγας, ο πολιτικός και πνευματικός ηγέτης του 3ου Ράιχ, ο καθοδηγητής και διαφωτιστής, ο καταυγάσας την εικοστοαιωνική ανθρώπινη σκέψη, επιτέλους δικαιώνεται μετά βαΐων και κλάδων 6 δεκαετίες μετά θάνατον. Και μάλιστα από εκεί που κανείς δεν θα το περίμενε, από την Επιτροπή Βιο-ηθικής της Πλησιοαφρικανικής "Δημοκρατίας" της Ψωροκώσταινας (Π."Δ".Ψ.), η οποία Ψωροκώσταινα μάλιστα 2-3 γενεές νωρίτερα (όσο διατηρούσε ακόμα το παρατσούκλι "Ελλάς") τον είχε τόσο άδικα παρεξηγήσει και πολεμήσει. (Κάτι που εντέχνως και δολίως αποκρύπτει το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ' δημοτικού.)

Διότι, ως γνήσιοι φορείς της μετα-νιτσεϊκής κοσμοθεώρησης, οι θύραθεν θιασώτες του θείου Φρίντριχ, οι σαφώς εμφορούμενοι από το νεοταξικό ιδεώδες του Υπερ-ανθρώπου, κατόπιν πολλής και σοβαρής περισκέψεως απεφάνθησαν ότι είναι όχι μόνο θεμιτό, αλλά μάλλον (εκ των συμφραζομένων των) και επιβεβλημένο να θανατώνεται εν τη γενέσει κάθε ανθρώπινο ον, το οποίο φέρει συγγενείς χρωμοσωματικές "ανωμαλίες", όπως άλλωστε επιτάσσει η ευγονική εξέλιξη του είδους.

Φυσικά δεν το λένε έτσι. Αυτό έλλειπε. Αντ' αυτού μας λένε ότι είναι απάνθρωπο να αφήνουμε να γεννηθεί ένας άνθρωπος που θα ταλαιπωρείται ισόβια, ο καημένος, από κάποια ανίατη κληρονομική ασθένεια, και άρα του κάνουμε και χάρη αν τον σκοτώσουμε ενόσω βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακή ηλικία. Λες και είχαν κανένα ζόρι οι νεοταξικοί καραγκιόζηδες για την δυστυχία του διπλανού τους. Μην τρελαθούμε κιόλας!

Δεν μας λένε όμως γιατί δεν θάπρεπε να κάνουν το ίδιο και σε όσους βρίσκονται ήδη εν ζωή και έχουν ενηλικιωθεί (πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, σύνδρομο ντάουν, εκφυλιστικές ασθένειες, τετραπληγικούς, αναπήρους-θύματα ατυχημάτων, κλπ). Γιατί να υποφέρουν οι δύσμοιροι; Να τους στείλουμε όλους στους θαλάμους αερίων, όπως ακριβώς έκανε και στα ανθρώπινα "απόβλητα" του Γ' Ράιχ και ο Αδόλφος ο Μέγας, ο δια της εν λόγω Επιτροπής επιτέλους καταξιωθείς, να ησυχάζουμε από αυτούς, κι αυτοί από εμάς, και να έχουμε κάνει και την καλή πράξη της ημέρας, ως γνήσια (νεοταξικά) προσκοπάκια. Η ίδια η δική τους συλλογιστική, με αυτοσυνέπεια προεκτεινόμενη, αυτό επιβάλλει.

Ένα τολμηρό στριπτήζ όμως θα δείξει ότι αυτό που τους ενδιαφέρει είναι αποκλειστικά και μόνο η οικονομική επιβάρυνση των (ολοένα και πιο ιδιωτικοποιημένων) ταμείων υγείας και προνοίας. Οι "ανθρωπιστικοί" λόγοι που επικαλούνται είναι στην ουσία τους στυγνά οικονομικοί. Ένας άνθρωπος με μεσογειακή αναιμία είναι φύρα για την οικονομία μας, άρα τον σκοτώνουμε. Έτσι, ωμά, απλά, ξεκάθαρα.

Δεν μας το λένε βεβαίως έτσι ακόμα, γιατί αυτό θίγει την φλούφλικη, μανταμίστικη αισθητική μας, προκαλεί φρίκη. (Για πόσο ακόμα; άλλωστε ο φόνος ενός εμβρίου δεν προξενεί πια καμμιά εντύπωση) Ξεκινούμε προς το παρόν με τις αμβλώσεις "για λόγους υγείας" και θα φτάσουμε κι εκεί σιγά-σιγά, η αρχή έχει γίνει. Η πόρτα ξεκλείδωσε με την αμφισβήτηση της ανθρώπινης ζωής ως αυταξίας. Πλέον το να ανοίξει διάπλατα είναι θέμα χρόνου. Για τους νεοταξίτες ο άνθρωπος δεν έχει αξία ως πρόσωπο και εικόνα Θεού, ως κάτι το ίδιο με εμάς, με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, αλλά εντελώς χρηστικά, ως καταναλωτική και παραγωγική μονάδα. Το μέλλον προδιαγράφεται εφιαλτικό.

Και δυστυχώς, μακάρι να ήταν μόνο αυτά τα κριτήρια αποδοχής ή απόρριψης της ανθρώπινης ζωής. Το τραγικότερο είναι πως η συλλογική συνείδηση έχει τόσο πολύ αμβλυνθεί, ώστε σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις τίθεται δίλημμα άμβλωσης για λόγους υγείας. Ο κανόνας είναι ότι σκοτώνουμε τα παιδιά μας απλά και μόνο επειδή δεν τα θέλουμε στη ζωή μας, επειδή τα θεωρούμε εμπόδια στην δική μας "ευτυχία", όπως αρεσκόμαστε να αποκαλούμε τον ευδαιμονιστικό μικρο-παράδεισο που έχει ο καθείς κατά νου.

Γιατί ευτυχία δεν είναι για εμάς το διακύβευμα της άνευ όρων αγάπης με όλους τους συνανθρώπους, αλλά ειδικότερα με τα παιδιά μας, το ανιδιοτελές ευωδιαστικό άδειασμα του εαυτού μας στους γύρω μας. Ευτυχία ονομάζουμε την υπερτροφία του ναρκισσισμού μας, την θεμελιωμένη επί πτωμάτων. Το πανταχόθεν λιβανιζόμενο ατομικό Εγώ. Κι επειδή ενδεχομένως ένα παιδί θα βλάψει την καριέρα μας, το ηδονιστικό βόλεμά μας, το κατινίστικο ίματζ μας, επειδή θα κατεβάσει από το βάθρο του τον κακομαθημένο ναρκισσισμό μας, θα μας καθίσει αμείλικτα μπροστά στον καθρέφτη των ευθυνών μας, γι’ αυτό και το καταδικάζουμε: Εις θάνατον! Με συνοπτικές διαδικασίες δίκης-παρωδίας. Και το εκτελούμε. Ψυχρά.

Αφού αυτοί που θεωρούμε εμείς ότι περισσεύουν, οι παρείσακτοι στη ζωή μας θανατώνονται εν ψυχρώ, ως μη δικαιούμενοι μια (αυτονόητη) θέση που αξιωματικά έχουν, τότε για τους άλλους, για τους γενετικά ατυχήσαντες, για τα εν δυνάμει βαρίδια του ούτως ή άλλως σακατεμένου ασφαλιστικού συστήματος, ποια μπορεί να είναι η απόφαση εκ μέρους της αξιοτίμου Επιτροπής Βιοηθικής της μη έχουσας ιερό και όσιο; Εις θάνατον!

Το ερώτημα όμως, πέρα από τις όποιες εισηγήσεις της όποιας επιτροπής της όποιας Πλησιοαφρικανικής "Δημοκρατίας" της Ψωροκώσταινας, τίθεται αμείλικτο, και θα τίθεται πάντα έτσι: Είναι ή δεν είναι η ανθρώπινη ζωή αδιαπραγμάτευτη; Ναι ή όχι;

ΥΓ: Θερμά συγχαρητήρια και τιμή παλικαρίσια αξίζει στον κ. Ρουπακιά, μέλος της επιτροπής, ο οποίος ρητά διαχώρισε την θέση του.

Για τις λεπτομέρειες: http://www.bioethics.gr

17 Απριλίου, 2007

Η καθ’ημάς εικόνα της Ανάστασης - Απρ'04

Η καθ’ημάς εικόνα της Ανάστασης
Μέρες χρονιάρες που είναι παρατηρεί κανείς την έντονη ενασχόληση (όχι πάντα εύστοχη) των ηλεκτρονικών ΜΜΕ με το μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα. Εξαιρουμένων των σταθμών του Περισσού, που απλά το ψαύουν (βεβαίως-βεβαίως, μην προδίδουμε και τις αραχνιασμένες αρχές μας). Το κακό στην υπόθεση είναι ότι πλείστα όσα των προβαλλομένων είναι αμερικανοευρωπαϊκής προελέυσεως, άσχετα παντελώς με την δική μας οπτική του Πάθους και της Αναστάσεως. Εκπομπές που απηχούν την Δυτική Σωτηριολογική αντίληψη του Πάθους ως εξόφληση της προσβολής σε έναν Σαδιστή και Εμπαθή Πανάγαθο (κατά τα άλλα), αντίληψη πάνυ νηπιώδης, εννοούσα την σχέση Ανθρωπίνου και Θείου καθαρά ανταποδοτικά, ως εμπορική συναλλαγή ή δικανική διεκπεραίωση. Στον αντίποδα η καθ’ημάς Σωτηριολογική αντίληψη της Ανάστασης, ως αφθαρτοποίησης της προσληφθείσας ανθρώπινης φύσεως. Η αγάπη απέναντι στην ενοχή, η αγαπητική συγχώρεση απέναντι στην εμποροδικανική ανταπόδοση. Η λυτρωτική χαρμολύπη απέναντι στην Δαντική γελοιο-κατάθλιψη.
Πρόδηλα εμφανής η διαφορετική αυτή υπαρξιακή τοποθέτηση στη λειτουργική εικονογραφία. Ο εκ της Εσπερίας Κύριος βγαίνει θριαμβευτής, τσαμπουκαλίδικα από τον Τάφο, ισοπεδώνοντας και κανα δεκαριά στρατιώτες, έτσι, για το εφέ και το γινάτι. Ο άλλος Κύριος, Ανατολίτης, δεν ασχολείται πια εκδικητικά με τους δημίους Του. Έχει κατέβει στον Άδη, ανασκουμπώνεται και πιάνει δουλειά. Αρπάζει την ανθρώπινη φύση, την δική Του ανθρώπινη φύση, αλλά και όλων των άλλων ανθρώπων (στο πρόσωπο των πρωτοπλάστων) και την βγάζει από τον βούρκο όπου σάπιζε, την παίρνει μαζί Του, στην Αθανασία. Ο Ευρωπαίος Κύριος βγαίνει από το μνήμα θριαμβευτής ως Θεός, παραβιάζοντας θύρες ανοικτές, καθότι τι πιο αυτονόητο για έναν Θεό απ’το να μην πεθαίνει! Ο άλλος, ο Ανατολίτης, κατεβαίνει στον Άδη και ως Άνθρωπος, γιαυτό και συμπαρασύρει και όλο το γένος των ανθρώπων μαζί του, είναι Ένα με αυτούς, είναι δικός τους, γιαυτό και τους ανασύρει από την μακάβρια λήθη. Ο Ευρωπαίος είπε «τετέλεσθαι» και ξεπλήρωσε τον Σαδιστή Πανάγαθο Πατέρα και κάλεσε όλους να υποφέρουν σαν κι Αυτόν για να εξευμενίσουν την Πατρική Ψυχοπαθογένεια, και να τύχουν την ποθουμένης ατομικής ανταπόδοσης. Ο Ανατολίτης λέει «τετέλεσθαι» κι εννοεί «όλα αρχίζουν τώρα». Αρπάζει τα δισεκατομμύρια των προσληφθέντων ανθρώπων και τα καλεί να πουν «ναι» στην Αγάπη, αυτό μόνο το Μεγάλο Ναι. Όλοι μαζί! Κι ο κόσμος όλος να σωθεί ή να χαθεί μαζί τους.
Ο Ευρωπαίος έκανε το χρέος του, δεινοπάθησε, ξεπλήρωσε το άχθος, και περήφανος (αλλά και μόνος, μονότατος) ανεβαίνει ως Θεός, εφετζίδικα, με λάβαρα και δόξες εκεί όπου είναι η θέση Του, ψηλά, δίπλα στον –εξευμενισμένο πια- Πατέρα. Η γή δεν τον κρατάει. Ο Άλλος, αυτός ο άλλος ο Ανατολίτης, έχει ακόμα πολλή δουλειά μπροστά του. Τα Πάθη δεν ήταν το τέλος, αλλά η αρχή. Θέλει κι Αυτός να ανέβει στον Πατέρα, αλλά όχι μόνος, ποτέ μόνος, αλλά με όλους όσους αγάπησε αυτός, ο Ανατολίτης μανικός Εραστής, με όσους είπαν το Μεγάλο «Ναι» στον Μεγάλο Έρωτα. Γιαυτό και κοιτάει ξωπίσω, κατεβαίνει στον Άδη, κι αρπάζει τους αγαπημένους. Μην μείνει κανείς στην σκοτεινή φυλακή. Και είναι ταπεινός στον θρίαμβό του, σκυφτός, καταδεχτικός, όπως και πάντα. Δεν κρατά λάβαρα, αλλά σταυρό, πάντα σταυρό, και απλώνει το χέρι ταπεινά, σχεδόν ζητιανικά, να αρπάξει τον Άνθρωπο, να ανέβουν μαζί στον Πατέρα.
Αυτήν την Ανάσταση όχι μόνο του Θεού αλλά και του Ανθρώπου γιορτάζουμε αυτές τις μέρες. Και γιαυτό η εικόνα μας η Ορθόδοξη είναι καμωμένη έτσι, εικόνα που βγήκε μέσα από την συλλογική μας συνείδηση ως Σώμα Χριστού αναστημένου, και που δεν φέρει την υπογραφή κανενός επωνύμου καλλιτέχνη, αλλά την πνευματική υπογραφή όλων μας. Η άλλη εικόνα, η Φραγκολατίνικη, υπογεγραμμένη στις διάφορες εκδοχές της από καλλιτέχνες-φίρμες, (υποκείμενη ως εκ τούτου στα βαρβαροειδώς νοούμενα πνευματικά δικαιώματα) ίσως να μην βγει ποτέ από τις εκκλησιές μας, όπου ρίζωσε. Μα θα βρίσκεται εκεί για να μας θυμίζει πάντα ότι η πνευματική υποταγή στην Παπική Δύση μπορεί κάλλιστα να γίνει και χωρίς να το πάρουμε ποτέ μυρουδιά. 



Αγιογραφικοί προβληματισμοί τον 21αι - Απρ'07

Αγιογραφικοί προβληματισμοί τον 21αι

Με αφορμή το άρθρο του Καθηγητού κ. Δημητρίου Τριανταφυλλόπουλου στην «Μακεδονία» της προηγούμενης Κυριακής (25-3), παραθέτω τα δικά μου σχόλια, δηλωτικά μιας άλλης οπτικής επί του θέματος.

Όταν κανείς μιλάει για μια τέχνη παραδοσιακή, όπως η δική μας λατρευτική ζωγραφική, γνωστή και ως «αγιογραφία», αλλά και κάθε άλλη παραδοσιακή τέχνη, πρέπει πάντα να έχει υπ’ όψιν ότι πρόκειται για τέχνη κοινοτική και όχι ατομική. Το δημιουργό και αιτιώδες υποκείμενο της τέχνης δεν είναι ο ζωγράφος, ο ποιητής, ο τραγουδιστής, ο συνθέτης, ο ναοδόμος, ο αρχιτέκτονας, ο οργανοπαίκτης, ο χορευτής, αλλά ο λαός. Η τέχνη πηγάζει από τον λαό, και απευθύνεται αποκλειστικά σε αυτόν, προκειμένου να εκφράσει με τα εκάστοτε διαθέσιμα μέσα, κι όσο πιο «τεχνικά» μπορεί, τις αλήθειες του, κι εδώ ειδικότερα την εκκλησιαστική Αλήθεια.

Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά μας με την τέχνη, εν προκειμένω την εικαστική (δίχως βλάβη της γενικότητας) που αναπτύχθηκε στην Δύση, και μάλιστα από την αναγέννηση και ύστερα, ότι δηλαδή εκεί το υποκείμενο της δημιουργίας είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ως άτομο διακριτό από την κοινωνία που τον εξέθρεψε. Χαρακτηριστικά, οι ζωγράφοι της Δύσης πάντα υπογράφουν τα έργα τους, κάτι που οι Ρωμιοί το αποφεύγουν, κι όταν το κάνουν, πάντα αυτό γίνεται εν πλήρει ταπεινώσει, «διά χειρός τάδε, τάχα και ζωγράφου». Δεν είναι υποκριτικός ευσεβισμός, αλλά συνειδητή στάση ζωής.

Με τα ανωτέρω νοούμενα ως θεμελιώδη (ειδεμή η περαιτέρω ανάγνωση του παρόντος στερείται νοήματος) βλέπει κανείς υπό άλλο, εναλλακτικό πρίσμα, το άρθρο του Καθηγητού κυρίου Τριανταφυλλόπουλου, και σε κάποια σημεία οφείλει να παραθέσει μιαν άλλη οπτική:

Για παράδειγμα, το ότι δεν θεσπίστηκαν κανόνες επί Βυζαντίου (μήπως Ρώμης καλύτερα;) σχετικοί με την τεχνική της λατρευτικής ζωγραφικής δεν έχει να κάνει με την δυτικοτρόπως νοουμένη «πλήρη ελευθερία στον ζωγράφο», αλλά με το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρεία τέτοιων κανόνων, δεδομένου ότι κανένας από τους παλαιούς τεχνίτες δεν διανοήθηκε να εικονίσει κάτι διαφορετικό από τα κοινώς παραδεδεγμένα της εποχής και της κοινωνίας του. Το ύφος ήταν δεδομένο, η θεματολογία το ίδιο, άρα ο τεχνίτης «δάνειζε» την τέχνη του στην κοινότητα (δια χειρός...) προκειμένου αυτή να εκφραστεί εικαστικά, αναφορικά προς την αλήθεια της και ανάλογα με τα δικά της αισθητικά κριτήρια. Είναι χαρακτηριστικό και πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα, το ότι ενώ μετά την εικονομαχία είχαμε άριστους τεχνίτες της ζωγραφικής τέχνης, ωστόσο δεν βρίσκουμε σημαντικές τεχνοτροπικές αποκλίσεις στα έργα που μας άφησαν (πολλά από αυτά ανώνυμα). Γιατί άραγε;

Αυτό προφανώς δεν συνέβαινε από άγνοια ή ανικανότητα των τεχνιτών, αλλά από ταπείνωση. Ακόμα και οι διαφορετικές «σχολές», όρος αδόκιμος κι επίφοβος σήμερα για εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, απηχούσαν διαφορετικές «αποχρώσεις» στην αισθητική της κάθε εποχής. Θα πάρει καιρό για κάποιον φρεσκομυημένο στην λατρευτική ζωγραφική τέχνη να αντιληφθεί ότι η λεγόμενη «μακεδονική» και η λεγόμενη «κρητική» σχολή ποτέ δεν συνυπήρξαν, αλλά η μια προϋπήρξε της άλλης.

Κι ότε-αν αργότερα επιχειρήθηκε να επιβληθούν κάποιοι κανόνες, αυτό έγινε εξαιτίας δυτικότροπων επίδρασεων (μιλούμε πια για βενετο-τουρκοκρατία) και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασωθεί το παλιό εικονογραφικό ήθος. Όσο για τους όποιους κανόνες θέσπισε στην Δύση η «αντιμεταρρυθμιστική» Σύνοδος του Τριδέντου, αυτή ως μετασχισματική και επιπλέον τελούσα όχι εν ελευθερία, αλλά εν παπική τυρρανία, μας αφήνει παγερά αδιάφορους ως Εκκλησία.

Ερχόμενοι στον Κόντογλου, πρέπει πρώτα να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κατάγεται από την Ιωνία, και άρα γαλουχήθηκε με μιαν άλλη εκκλησιαστική νοοτροπία, εγγύτερη προς το κοινοτικό αίσθημα, και πάντως ξένη προς την Νεοελληνική εκκλησιαστική μετα-βαυαρική νοσηρότητα. Από την δική μου οπτική γωνία αδυνατώ να διακρίνω οιασδήποτε μορφής επιβολή καθεστώτος «νεοβυζαντινισμού» εκ μέρους του κυρ-Φώτη. Το αντίθετο, ο ίδιος πάλεψε σκληρά για να διαδώσει την παλαιά εκκλησιαστική αισθητική και να θωρακίσει -κυριολεκτώ-την εικαστική μας τέχνη από τις δυτικές νατουραλιστικές επιδράσεις, τις οποίες και αγωνίστηκε μια ζωή να απομυθοποιήσει.

Επίσης, αν και ορθά αναφέρεται ότι απορρίπτει (το «καταδικάζει» μάλλον υπερβολικό ηχεί) την μηχανική αντιγραφή των εικόνων, ωστόσο η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς από όσα μας άφησε είναι ότι πολύ περισσότερο αποστρέφεται μετά βδελυγμίας την άκριτη νεωτερικότητα και την προβολή του ατομικού «ταλέντου» του ζωγράφου, κατά παράβαση της παραδεδεγμένης αισθητικής του εκκλησιαστικού σώματος. Αυτό που ο κυρ-Φώτης πάντα έλεγε ήταν ότι ο τεχνίτης πρέπει να σπουδάζει την παράδοση με ταπείνωση και μαθητεία επί μακρόν, και με διάθεση αυτο-υποταγής στην λαϊκή παράδοση, και αφού την έχει χωνέψει καλά, τότε μόνο να τολμήσει να βάλει τον προσωπικό του χαρακτήρα στα έργα του. Τέλος, νομίζω ότι είναι παραπλανητικό να χρησιμοποιείται η καταδίκη της οκνηρίας από την Εκκλησία (παραβολή του κρυμμένου ταλάντου) ως αντεπιχείρημα, προκειμένου να εμφανιστεί ο σεβασμός των παραδεδομένων ως προϊόν ραθυμίας και όχι ως φιλότιμη αξιοποίηση του δοθέντος ταλάντου (η εμπειρία βέβαια δείχνει ότι ποτέ το τάλαντο ενός χαρισματούχου τεχνίτη δεν μένει θαμμένο). Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν αντέχει η εκκλησία είναι η ανάδειξη της ατομικής αρετής (εν προκειμένω της εικαστικής δεινότητας του καλλιτέχνη) έξω από την συλλογική εμπειρία της Αλήθειας από το εκκλησιαστικό σώμα (εν προκειμένω την εκάστοτε «λειτουργική αισθητική» του σώματος)

Δεν είναι ψέμα ότι σήμερα η εκκλησιαστική εικαστική τέχνη υποφέρει από κακής αισθητικής «πιστά» αντίγραφα παλαιοτέρων έργων, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την «οκνηρία» των τεχνιτών, όσο με την φτηνιάρικη εργολαβική νοοτροπία της βιομηχανικής μαζικής παραγωγής. Η νοοτροπία αυτή έχει ποτίσει γενικότερα την εκκλησιαστική μας τέχνη, δυστυχώς. Ας φέρουμε μόνο κατά νου τα σημερινά εκ παντογράφου ξυλόγλυπτα στασίδια, τα «επιχρυσωμένα» χυτά καντήλια, τους μπετόν-αρμέ ναούς, κλπ.

Με βάση τα παραπάνω νομίζω ότι κανείς πρέπει να σταθεί επιφυλακτικά απέναντι και στο συγκεκριμένο έργο του δρ. Κωνσταντίνου Βαφειάδη στην Αξιούπολη. Όχι γιατί στερείται καλλιτεχνικής αξίας, κάθε άλλο, αλλά γιατί οι καινοτομίες που επιχειρεί είναι αρκούντως τρανταχτές, ώστε να μην συνιστούν εξέλιξη, παρά ασυνέχεια στην εικαστική μας παράδοση. Ακραίες -για εμάς- εικαστικές λύσεις, όπως π.χ. η εισαγωγή της τρισδιάστατης προοπτικής, θα πρέπει να δοκιμαστούν επί μακρόν προτού επιχειρηθεί να εισαχθούν ως μνημειακή ζωγραφική, και πολύ περισσότερο ως λατρευτικά αντικείμενα στους ναούς. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο ζωγράφος να οργανώσει προσωπικές του εκθέσεις, όπου θα παρουσίαζε την δική του άποψη. Αυτό θα ήταν πιο ανώδυνο και για το φιλότεχνο κοινό, και για τον ίδιον, και σαφώς τιμιότερο και αποτελεσματικότερο. Εκεί κάθε κριτική θα κινούταν σαφώς σε άλλο επίπεδο...

Επιπλέον, αυτό που προβληματίζει εντονότατα είναι το είδος και η ποιότητα της κριτικής που ασκήθηκε στην εικονογράφηση της Αξιούπολης, τόσο από τους (τελούντες εν μεσονυκτίω) υπο-δημοσιογράφους των μίντια, όσο δυστυχώς και από «εκκλησιαστικούς κύκλους», κριτική που προδίδει ότι δεν κατέχουν το θέμα για το οποίο ομιλούν. Και (το χειρότερο) προδίδει ακόμα ότι και το εκκλησιαστικό σώμα έχει εν πολλοίς χάσει τα αισθητικά του κριτήρια. Άλλα είναι τα τρωτά του συγκεκριμένου έργου, κι άλλα μας κακοφαίνονται. Δυστυχώς, σε ό,τι αφορά την λειτουργική εικονογραφία τουλάχιστο, είμαστε εικαστικά αναλφάβητοι, δεν μπορούμε να «διαβάσουμε» σωστά μια εικόνα. Στέκουμε ως εκκλησία αμήχανοι απέναντι στα παραδοθέντα αφ’ ενός, κι αφετέρου στις όποιες προτεινόμενες «καινοτομίες». Είμαστε μάλλον κακοί μαθητές του κυρ-Φώτη, ανίκανοι να διαμορφώσουμε με στέρεα συνείδηση μια εικοστοαιωνική εκκλησιαστική εικαστική πραγματικότητα, σύγχρονη μεν, αλλά και οργανική συνέχεια της παλαιάς παράδοσης.

Κι όταν αποκοπείς οργανικά από την συνέχεια της παράδοσης, τότε μοιραία (κι εδώ θα συμφωνήσω με τον κύριο Καθηγητή) θα σταθείς σαστισμένη, ώ κοινωνία, απορώντας εκστατικά εμπρός σε κάθε αμφιβόλου ποιότητος «καινοτομία». Και στην προσπάθειά σου να μην χάσεις εντελώς τον μπούσουλα, θα μυρηκάζεις τις παλιές εικαστικές φόρμες με τις νέες σου μασέλες, αντιγράφοντας πινελιά προς πινελιά τις εικόνες των παλιών μαϊστόρων, πλην αδυνατώντας να διατηρήσεις ζωντανό το πνεύμα τους. Είναι η μόνη σου επιλογή, αν ποτέ μπορεί αυτό να θεωρηθεί επιλογή. Μέχρι πότε; Κύριος οίδε.

Εν Φλωρίνη,

Γιώργης Χατζής, Καθηγητής Μ.Ε, τάχα και ζωγράφος.

Το κρυφό σχολειό στον 21ο αιώνα. - Μαρτ'07


Το κρυφό σχολειό στον 21ο αιώνα.
Αναρρωτιέται κανείς σήμερα καταπού διάολο πηγαίνει αυτή η έρμη η παιδεία. Και πολύ φοβούμαι ότι το «διάολο» είναι μάλλον μέρος της απάντησης παρά της ερώτησης. Τι είδους φωστήρες ή ξόανα θα βγάζουν στο εξής οι φάμπρικες που λέγονται Ελληνικά Σχολεία;
Πολύς ο λόγος τελευταία για το βιβλίο-ανοσιούργημα της στ’ Δημοτικού. Δεν θα πώ τίποτε άλλο, σαν πολλή αξία του δώσαμε νομίζω. Ας παραδοθεί φυσικώ τω τρόπω στην χλεύη εάν μη στην λήθη των επερχομένων γενεών.
Το πραγματικό ταράκουλο όμως μου ήρθε από εκεί που, ομολογουμένως, δεν το περίμενα. Για την ιστορία ου πράγματος, πρόσφατα η θυγατέρα μου, μαθήτρια της ε’ δημοτικού, μου δήλωσε μετά πλήρους βεβαιότητος κατά την καθιερωμένη μας εσπερινή εξέταση των «αυριανών» μαθημάτων ότι το «Παρών» είναι επίθετο. Σαν κάπως αλλιώς να το θυμόμουν όμως από τα παλιά, κάτι δεν μου καλοάρεσε.
-Βρε, πουλάκι μου, για θυμήσου καλύτερα, μήπως είναι μετοχή;
-Όχι, επίθετο είναι!
-Σας το είπε η Κυρία; (τι δάσκαλοι διδάσκουν στα παιδιά μας επιτέλους;)
-Όχι, το γράφει το βιβλίο!!!
Μου ήρθε ο ουρανός σφονδύλι. Μη πιστεύων στα αυτιά μου, και φοβούμενος ότι η γεροντική άνοια με κατέβαλε ήδη από την τέταρτη δεκαετία του ματαίου μου βίου, ενόχλησα κάποιους φίλους φιλολόγους. Όλοι μου δίνανε δίκιο.
Δηλαδή, μετά την εκπόρνευση της εθνικής μας Ιστορίας, τώρα βαλθήκαμε να ξεβρακώσουμε και την γλώσσα; Δηλαδή εκτός από ανιστόρητα θα βγάζουμε και αναλφάβητα παιδιά; Ήδη την έχουμε αποψιλώσει με το μονοτονικό, ήδη έχουμε λησμονήσει προ πολλού την λόγια γλώσσα των «γραμματιζούμενων», υιοθετώντας την χωριάτικη δημοτική των εκόντως αμαθών του Περισσού και των αναλφάβητων υπο-δημοσιογράφων των μίντια. Ήδη έχουμε βαφτίσει «πρόοδο» την αμάθειά μας κι έχουμε κάνει κανόνα την αγραμματοσύνη μας, κι «απλουστεύουμε» άκριτα ό,τι μας φαντάζει περίεργο, τόσο που η λόγια γλώσσα (κι όχι απαραίτητα η καθαρεύουσα) του 19ου αιώνα μας μοιάζει σχεδόν Ομηρική.
Πολύ φοβούμαι όμως πως πίσω από αυτήν την υποβάθμιση κρύβεται μια ανομολόγητη νεοεποχική μεθόδευση άμβλυνσης της ασύμφορης για την Νέα Τάξη εθνικής συνείδησης. Έτσι παράλληλα με το ξαλμύρισμα της Ιστορίας μας, ωσάν να ήτανε μπακαλιάρος του Ευαγγελισμού, από καιρό τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη μια άνευ προηγουμένου αφαλάτωση και της Γλώσσας μας, μέσα από μια σειρά εξοργιστικών λαθών και υπεραπλουστέυσεων. Για να μην μιλήσουμε για την απροκάλυπτη πια αποφυγή ακόμα και αναφοράς στην Θρησκεία. Έτσι λοιπόν, μετά τα λάιτ διατροφικά προϊόντα ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός επιδίδεται τώρα και σε κατασκευή politically correct Έξτρα-Λάιτ Εθνικών Συνειδήσεων, χαμηλών θερμίδων και προσδοκιών, απαλλαγμένων από το αλάτι της ιστορίας, την ζάχαρη της παλιάς γλώσσας και τα στεατικά κατάλοιπα της θρησκείας.
Δεν είναι τυχαίο το περιεχόμενο του προχθεσινού μηνύματος της Υπουργού Παιδείας (και Θρησκευμάτων, βεβαίως-βεβαίως) για την 25η Μαρτίου, όπου μόλις και μετά βίας γίνεται κάποια αναφορά στην Εθνική Επέτειο, ενώ κατά τα άλλα αναλώνεται στην εξύμνηση του Ευρωπαϊκού οράματος, εξ αφορμής της επετείου της Συνθήκης της Ρώμης. Είμαι σίγουρος ότι οι επερχόμενες γενεές αυτήν την Συνθήκη και μόνο θα γνωρίζουν ως επετειακή αναφορά της 25ης Μαρτίου.
Κι αν σήμερα, στα πλαίσια της so-called «αντικειμενικής επανεξέτασης της ιστορίας» πληθαίνουν οι φωνές αμφισβήτησης της παράδοσης του Κρυφού Σχολειού, μήπως ακριβώς αυτή η παράδοση τώρα, ναι, στον 21 αιώνα μας δείχνει τον δρόμο; Μήπως θα πρέπει να αρχίσουν να λειτουργούν σήμερα «Κρυφά» Σχολειά, δηλαδή άλλα, εναλλακτικά, κέντρα παιδείας, υπηρετούμενα από αντιρρησίες συνείδησης και αρνητές της εκπαιδευτικής εξαθλίωσης, προκειμένου να περισώσουν ό,τι είναι δυνατό να περισωθεί από την ιστορική Αλήθεια και Συνείδηση του γένους;

Τα SMS και η Ιστορική Μνήμη - Μαρτ'07

Τα SMS και η Ιστορική Μνήμη

Για ακόμα μια φορά η εξόχως ανιστόρητη Δημοκρατία της Ψωροκώσταινας απέδειξε περίτρανα -όχι δηλαδή πως δεν το ξέραμε- την περιφρόνησή της στα Euros που από το υστέρημά του συνεισφέρει ο κάθε φορολογούμενος πολίτης. Κακοδιαχείριση και διασπάθιση δημοσίου και Ευρωπαϊκού χρήματος once again. Τι το ήθελε να πληρώνει «επιστημονικές» επιτροπές, παιδαγωγικά ινστιτούτα, καθηγητάδες επίκουρους -λέκτορες- τακτικούς και ατάκτους, συγγράφοντες και αξιολογούντες, προμόσιον στα κανάλια, υπουργούς, υφυπουργούς και παρακαθημένους και λοιπούς αεριτζήδες ή μη της πολύπαθης εκπαιδευτικής διαδικασίας για ένα βιβλίο, που θα μπορούσε κάλλιστα να της το είχε συγγράψει, τυπώσει και διανείμει ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ η γείτων Κεμαλική Τουρκική Δημοκρατία; Και θα μας μένανε και υποχρεωμένοι! Και θα το γράφανε και πολύ καλύτερα από εμάς ή τουλάχιστο πολύ πλησιέστερα στην δική μας ιστορική μνήμη. Και θα αποτελούσε και «μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Και θα ήταν και παγκόσμια πρωτοτυπία για το βιβλίο Γκίνες, και θα αποφεύγαμε και το Χρυσό Βατόμουρο του πιο κοσμοϊστορικού Αυτογκόλ στην εθνική συνείδηση… (που -εδώ που τα λέμε- είναι μακράν ηπιότερο παράσημο από αυτό της ανοιχτής παλάμης, το ρωμαίικο ντε!)

…και δε θα ήταν ανάγκη κοτζάμ υπουργείο Εθνικής Παιδείας (ΚΑΙ Θρησκευμάτων για τους επιλήσμονες της θεσμικής ορθοκανονικότητας) να τηρεί στάση αυτοδυσφημιστική, που ευθέως παραπέμπει σε πεισμωμένο συμπαθές υποζύγιο… «θα γίνει αυτό που θέλω εγώ, ο κόσμος να χαλάσει», ιν άδερ γουέρντς: «θα το φάτε το βιβλίο στη μάπα, σας αρέσει δεν σας αρέσει»…

…κι ούτε θα χρειαζόταν να αγχώνεται η –τραβάτε με κι ας κλαίω- σημερινή κάτσε καλά γκαγκάν και τάχατις Συνασπισμένη Αριστερά, η αυτοαναγορευόμενη ως Προοδευτική, μην τυχόν κι έρθει ο κόσμος ανάποδα κι αποσυρθεί ίσως το μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο που τελευταίως την αναπαύει και την γαληνεύει πνευματικώς.

Διότι, αν παρακάμψουμε την πρακτική αξία ή μάλλον απαξία του εν λόγω ροχαλοπρεπούς «κουρελουργήματος» (όρος επιεικής, άρτι εφευρεθείς υπό τινος ενοχλητικού Καθηγητού), τότε σίγουρα το επίμαχο πόνημα θα ήταν για γέλια, αν δυστυχώς δεν ήταν για κλάματα.

Όπου «πρακτική αξία» βλέπε τεχνικές αστοχίες συγγραφής, όπως η αποκλειστική χρήση αφηγηματικού Ενεστώτα, παντελώς ακατάλληλου για παιδιά που καλά-καλά δεν έχουν χωνέψει τον κανονικό, τηλεγραφικές τύπου SMS (ή hes-em-es) κοφτές προτάσεις, ξερές-κατάξερες και παντελώς άνάλατες, άοσμες, άχρωμες κι άγευστες. Ρε φωστηρομπουμπούνες της επιτροπής, που ανάθεμά με κι αν μπήκατε 1 ώρα σε τάξη δημοτικού (συνολικά όλοι σας), το 11χρονο παιδί θέλει μπλα-μπλα, θέλει αφήγηση και παραμύθι, λόγο ρευστό, ζεστό και μυρωδάτο, και εύπεπτο από τις δικές του μη αφαιρετικές νοητικές δομές, όχι τα τηλεγραφήματα που του σερβίρετε. Ας μην μιλήσουμε για την συστηματική ψυχρή παράθεση ιστορικών «πηγών», που μόνο ένας έμπειρος ενήλικας με πλούσια βιώματα μπορεί να εκτιμήσει, να ζυγίσει και να ελέγξει για την αντικειμενικότητά τους.

Κι ας μπούμε και στο ψητό (που ως συνήθως καίει): βρε παγκοσμιοποιημένοι φωστηρομπουμπούνες, ποιος σας είπε ότι σκοπός του μαθήματος της Ιστορίας στην ΣΤ Δημοτικού είναι η «επιστημονική» κι αμερόληπτη προσέγγιση της ιστορίας μέσω των ιστορικών πηγών; (που κι εδώ τα κάνατε σαλάτα, γιατί κάθε άλλο παρά αμερόληπτη είναι η προσέγγισή σας και η επιλογή των πηγών σας). Το Άρθρο 16 του Συντάγματος της Ελλάδος, του πλέον ξεχαρβαλωμένου κειμένου -μετά την Βίβλο- από το Προκρούστειο παρ-ερμηνεύειν κατά το δοκούν, το έχετε διαβάσει ποτέ; Γνωρίζετε ποιοι είναι οι σκοποί της εθνικής Παιδέιας, που υποτίθεται ότι υπηρετείτε; Το ότι η παιδεία «….έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες..», αυτό το αγνοείτε παντελώς; Πάρτε το χαμπάρι επιτέλους, αυτό που οφείλει να διδάσκει η πολιτεία στους μαθητές της δεν είναι τα ξεκάρφωτα ιστορικά στιγμιότυπα (κατά το δοκούν επιλεγμένα και διατυπωμένα) που σερβίρετε στα παιδιά μας, αλλά την άγνωστη για εσάς έννοια της «ιστορικής μνήμης», αυτήν που ορίζει την ταυτότητά μας, που ποτίζει και μυρώνει το είναι μας, και που χάρη σε αυτήν εξακολουθεί και πορεύεται η τάλαινα η Ψωροκώσταινα. Αν το μαθητούδι του Δημοτικού δεν καταλάβει ποιος είναι, από τι είδους προγόνους κρατάει η σκούφια του, τι αξίες του εμπιστεύτηκαν αυτοί που το γέννησαν, κι άρα καταπού πρέπει να στοχεύει για να πορεύεται, ώστε να μην γίνει χλεχλές της Νέας Τάξης, σκοτίστηκα (να μην το πω λαϊκότερα) για το αν θα γνωρίζει τα περί Γαλλικής Επαναστάσεως, περί των Αθηναϊκών καφενείων ή άλλων κατ’ ουσίαν ανουσίων ανοησιών.

Τα παιδιά πρέπει να μάθουν από τι προγόνους κρατούν, για να μην καταλήξουν παγκοσμιοποιημένα γιουσουφάκια, κι αυτό, ω φωστηρομπουμπούνες των επιτροπών, δεν τους το δίνετε. Προτιμάτε να τους λέτε ότι αυτοί «συνωστίζονταν» στην αποβάθρα της Σμύρνης για να πάνε κρουαζιέρα στα νησιά, (ή μήπως και στις πύλες του Μεσσολογίου για να πάνε για πικ-νικ;).

Παραλειπόμενο: Οι παππούδες μας πράγματι «συνωστίστηκαν», αλλά αυτό έγινε στα παγωμένα μονοπάτια των βουνών της Ανατολίας, όπου κι άφησαν τα κόκαλά τους. Εκεί σπαρμένα ασπρίζουν ακόμα. Αδιάβαστα. Και σε τόσα άλλα μέρη…Κι όσο κι αν το ποθείτε, και κουτοπόνηρα το μεθοδεύετε, δεν θα αφοδεύσουμε επάνω τους. ΑΡΝΟΥΜΑΣΤΕ!

Μετά θλίψεως πολλής και λόγου γνώσεως

Γιώργης Χατζής

Πολίτης και Γονεύς, άμα και Εκπαιδευτικός