17 Απριλίου, 2007
Η καθ’ημάς εικόνα της Ανάστασης - Απρ'04
Αγιογραφικοί προβληματισμοί τον 21αι - Απρ'07
Αγιογραφικοί προβληματισμοί τον 21αι
Με αφορμή το άρθρο του Καθηγητού κ. Δημητρίου Τριανταφυλλόπουλου στην «Μακεδονία» της προηγούμενης Κυριακής (25-3), παραθέτω τα δικά μου σχόλια, δηλωτικά μιας άλλης οπτικής επί του θέματος.
Όταν κανείς μιλάει για μια τέχνη παραδοσιακή, όπως η δική μας λατρευτική ζωγραφική, γνωστή και ως «αγιογραφία», αλλά και κάθε άλλη παραδοσιακή τέχνη, πρέπει πάντα να έχει υπ’ όψιν ότι πρόκειται για τέχνη κοινοτική και όχι ατομική. Το δημιουργό και αιτιώδες υποκείμενο της τέχνης δεν είναι ο ζωγράφος, ο ποιητής, ο τραγουδιστής, ο συνθέτης, ο ναοδόμος, ο αρχιτέκτονας, ο οργανοπαίκτης, ο χορευτής, αλλά ο λαός. Η τέχνη πηγάζει από τον λαό, και απευθύνεται αποκλειστικά σε αυτόν, προκειμένου να εκφράσει με τα εκάστοτε διαθέσιμα μέσα, κι όσο πιο «τεχνικά» μπορεί, τις αλήθειες του, κι εδώ ειδικότερα την εκκλησιαστική Αλήθεια.
Αυτή είναι και η θεμελιώδης διαφορά μας με την τέχνη, εν προκειμένω την εικαστική (δίχως βλάβη της γενικότητας) που αναπτύχθηκε στην Δύση, και μάλιστα από την αναγέννηση και ύστερα, ότι δηλαδή εκεί το υποκείμενο της δημιουργίας είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ως άτομο διακριτό από την κοινωνία που τον εξέθρεψε. Χαρακτηριστικά, οι ζωγράφοι της Δύσης πάντα υπογράφουν τα έργα τους, κάτι που οι Ρωμιοί το αποφεύγουν, κι όταν το κάνουν, πάντα αυτό γίνεται εν πλήρει ταπεινώσει, «διά χειρός τάδε, τάχα και ζωγράφου». Δεν είναι υποκριτικός ευσεβισμός, αλλά συνειδητή στάση ζωής.
Με τα ανωτέρω νοούμενα ως θεμελιώδη (ειδεμή η περαιτέρω ανάγνωση του παρόντος στερείται νοήματος) βλέπει κανείς υπό άλλο, εναλλακτικό πρίσμα, το άρθρο του Καθηγητού κυρίου Τριανταφυλλόπουλου, και σε κάποια σημεία οφείλει να παραθέσει μιαν άλλη οπτική:
Για παράδειγμα, το ότι δεν θεσπίστηκαν κανόνες επί Βυζαντίου (μήπως Ρώμης καλύτερα;) σχετικοί με την τεχνική της λατρευτικής ζωγραφικής δεν έχει να κάνει με την δυτικοτρόπως νοουμένη «πλήρη ελευθερία στον ζωγράφο», αλλά με το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρεία τέτοιων κανόνων, δεδομένου ότι κανένας από τους παλαιούς τεχνίτες δεν διανοήθηκε να εικονίσει κάτι διαφορετικό από τα κοινώς παραδεδεγμένα της εποχής και της κοινωνίας του. Το ύφος ήταν δεδομένο, η θεματολογία το ίδιο, άρα ο τεχνίτης «δάνειζε» την τέχνη του στην κοινότητα (δια χειρός...) προκειμένου αυτή να εκφραστεί εικαστικά, αναφορικά προς την αλήθεια της και ανάλογα με τα δικά της αισθητικά κριτήρια. Είναι χαρακτηριστικό και πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα, το ότι ενώ μετά την εικονομαχία είχαμε άριστους τεχνίτες της ζωγραφικής τέχνης, ωστόσο δεν βρίσκουμε σημαντικές τεχνοτροπικές αποκλίσεις στα έργα που μας άφησαν (πολλά από αυτά ανώνυμα). Γιατί άραγε;
Αυτό προφανώς δεν συνέβαινε από άγνοια ή ανικανότητα των τεχνιτών, αλλά από ταπείνωση. Ακόμα και οι διαφορετικές «σχολές», όρος αδόκιμος κι επίφοβος σήμερα για εξαγωγή εσφαλμένων συμπερασμάτων, απηχούσαν διαφορετικές «αποχρώσεις» στην αισθητική της κάθε εποχής. Θα πάρει καιρό για κάποιον φρεσκομυημένο στην λατρευτική ζωγραφική τέχνη να αντιληφθεί ότι η λεγόμενη «μακεδονική» και η λεγόμενη «κρητική» σχολή ποτέ δεν συνυπήρξαν, αλλά η μια προϋπήρξε της άλλης.
Κι ότε-αν αργότερα επιχειρήθηκε να επιβληθούν κάποιοι κανόνες, αυτό έγινε εξαιτίας δυτικότροπων επίδρασεων (μιλούμε πια για βενετο-τουρκοκρατία) και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασωθεί το παλιό εικονογραφικό ήθος. Όσο για τους όποιους κανόνες θέσπισε στην Δύση η «αντιμεταρρυθμιστική» Σύνοδος του Τριδέντου, αυτή ως μετασχισματική και επιπλέον τελούσα όχι εν ελευθερία, αλλά εν παπική τυρρανία, μας αφήνει παγερά αδιάφορους ως Εκκλησία.
Ερχόμενοι στον Κόντογλου, πρέπει πρώτα να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κατάγεται από την Ιωνία, και άρα γαλουχήθηκε με μιαν άλλη εκκλησιαστική νοοτροπία, εγγύτερη προς το κοινοτικό αίσθημα, και πάντως ξένη προς την Νεοελληνική εκκλησιαστική μετα-βαυαρική νοσηρότητα. Από την δική μου οπτική γωνία αδυνατώ να διακρίνω οιασδήποτε μορφής επιβολή καθεστώτος «νεοβυζαντινισμού» εκ μέρους του κυρ-Φώτη. Το αντίθετο, ο ίδιος πάλεψε σκληρά για να διαδώσει την παλαιά εκκλησιαστική αισθητική και να θωρακίσει -κυριολεκτώ-την εικαστική μας τέχνη από τις δυτικές νατουραλιστικές επιδράσεις, τις οποίες και αγωνίστηκε μια ζωή να απομυθοποιήσει.
Επίσης, αν και ορθά αναφέρεται ότι απορρίπτει (το «καταδικάζει» μάλλον υπερβολικό ηχεί) την μηχανική αντιγραφή των εικόνων, ωστόσο η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς από όσα μας άφησε είναι ότι πολύ περισσότερο αποστρέφεται μετά βδελυγμίας την άκριτη νεωτερικότητα και την προβολή του ατομικού «ταλέντου» του ζωγράφου, κατά παράβαση της παραδεδεγμένης αισθητικής του εκκλησιαστικού σώματος. Αυτό που ο κυρ-Φώτης πάντα έλεγε ήταν ότι ο τεχνίτης πρέπει να σπουδάζει την παράδοση με ταπείνωση και μαθητεία επί μακρόν, και με διάθεση αυτο-υποταγής στην λαϊκή παράδοση, και αφού την έχει χωνέψει καλά, τότε μόνο να τολμήσει να βάλει τον προσωπικό του χαρακτήρα στα έργα του. Τέλος, νομίζω ότι είναι παραπλανητικό να χρησιμοποιείται η καταδίκη της οκνηρίας από την Εκκλησία (παραβολή του κρυμμένου ταλάντου) ως αντεπιχείρημα, προκειμένου να εμφανιστεί ο σεβασμός των παραδεδομένων ως προϊόν ραθυμίας και όχι ως φιλότιμη αξιοποίηση του δοθέντος ταλάντου (η εμπειρία βέβαια δείχνει ότι ποτέ το τάλαντο ενός χαρισματούχου τεχνίτη δεν μένει θαμμένο). Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν αντέχει η εκκλησία είναι η ανάδειξη της ατομικής αρετής (εν προκειμένω της εικαστικής δεινότητας του καλλιτέχνη) έξω από την συλλογική εμπειρία της Αλήθειας από το εκκλησιαστικό σώμα (εν προκειμένω την εκάστοτε «λειτουργική αισθητική» του σώματος)
Δεν είναι ψέμα ότι σήμερα η εκκλησιαστική εικαστική τέχνη υποφέρει από κακής αισθητικής «πιστά» αντίγραφα παλαιοτέρων έργων, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την «οκνηρία» των τεχνιτών, όσο με την φτηνιάρικη εργολαβική νοοτροπία της βιομηχανικής μαζικής παραγωγής. Η νοοτροπία αυτή έχει ποτίσει γενικότερα την εκκλησιαστική μας τέχνη, δυστυχώς. Ας φέρουμε μόνο κατά νου τα σημερινά εκ παντογράφου ξυλόγλυπτα στασίδια, τα «επιχρυσωμένα» χυτά καντήλια, τους μπετόν-αρμέ ναούς, κλπ.
Με βάση τα παραπάνω νομίζω ότι κανείς πρέπει να σταθεί επιφυλακτικά απέναντι και στο συγκεκριμένο έργο του δρ. Κωνσταντίνου Βαφειάδη στην Αξιούπολη. Όχι γιατί στερείται καλλιτεχνικής αξίας, κάθε άλλο, αλλά γιατί οι καινοτομίες που επιχειρεί είναι αρκούντως τρανταχτές, ώστε να μην συνιστούν εξέλιξη, παρά ασυνέχεια στην εικαστική μας παράδοση. Ακραίες -για εμάς- εικαστικές λύσεις, όπως π.χ. η εισαγωγή της τρισδιάστατης προοπτικής, θα πρέπει να δοκιμαστούν επί μακρόν προτού επιχειρηθεί να εισαχθούν ως μνημειακή ζωγραφική, και πολύ περισσότερο ως λατρευτικά αντικείμενα στους ναούς. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο ζωγράφος να οργανώσει προσωπικές του εκθέσεις, όπου θα παρουσίαζε την δική του άποψη. Αυτό θα ήταν πιο ανώδυνο και για το φιλότεχνο κοινό, και για τον ίδιον, και σαφώς τιμιότερο και αποτελεσματικότερο. Εκεί κάθε κριτική θα κινούταν σαφώς σε άλλο επίπεδο...
Επιπλέον, αυτό που προβληματίζει εντονότατα είναι το είδος και η ποιότητα της κριτικής που ασκήθηκε στην εικονογράφηση της Αξιούπολης, τόσο από τους (τελούντες εν μεσονυκτίω) υπο-δημοσιογράφους των μίντια, όσο δυστυχώς και από «εκκλησιαστικούς κύκλους», κριτική που προδίδει ότι δεν κατέχουν το θέμα για το οποίο ομιλούν. Και (το χειρότερο) προδίδει ακόμα ότι και το εκκλησιαστικό σώμα έχει εν πολλοίς χάσει τα αισθητικά του κριτήρια. Άλλα είναι τα τρωτά του συγκεκριμένου έργου, κι άλλα μας κακοφαίνονται. Δυστυχώς, σε ό,τι αφορά την λειτουργική εικονογραφία τουλάχιστο, είμαστε εικαστικά αναλφάβητοι, δεν μπορούμε να «διαβάσουμε» σωστά μια εικόνα. Στέκουμε ως εκκλησία αμήχανοι απέναντι στα παραδοθέντα αφ’ ενός, κι αφετέρου στις όποιες προτεινόμενες «καινοτομίες». Είμαστε μάλλον κακοί μαθητές του κυρ-Φώτη, ανίκανοι να διαμορφώσουμε με στέρεα συνείδηση μια εικοστοαιωνική εκκλησιαστική εικαστική πραγματικότητα, σύγχρονη μεν, αλλά και οργανική συνέχεια της παλαιάς παράδοσης.
Κι όταν αποκοπείς οργανικά από την συνέχεια της παράδοσης, τότε μοιραία (κι εδώ θα συμφωνήσω με τον κύριο Καθηγητή) θα σταθείς σαστισμένη, ώ κοινωνία, απορώντας εκστατικά εμπρός σε κάθε αμφιβόλου ποιότητος «καινοτομία». Και στην προσπάθειά σου να μην χάσεις εντελώς τον μπούσουλα, θα μυρηκάζεις τις παλιές εικαστικές φόρμες με τις νέες σου μασέλες, αντιγράφοντας πινελιά προς πινελιά τις εικόνες των παλιών μαϊστόρων, πλην αδυνατώντας να διατηρήσεις ζωντανό το πνεύμα τους. Είναι η μόνη σου επιλογή, αν ποτέ μπορεί αυτό να θεωρηθεί επιλογή. Μέχρι πότε; Κύριος οίδε.
Εν Φλωρίνη,
Γιώργης Χατζής, Καθηγητής Μ.Ε, τάχα και ζωγράφος.
Το κρυφό σχολειό στον 21ο αιώνα. - Μαρτ'07
Τα SMS και η Ιστορική Μνήμη - Μαρτ'07
Τα SMS και η Ιστορική Μνήμη
Για ακόμα μια φορά η εξόχως ανιστόρητη Δημοκρατία της Ψωροκώσταινας απέδειξε περίτρανα -όχι δηλαδή πως δεν το ξέραμε- την περιφρόνησή της στα Euros που από το υστέρημά του συνεισφέρει ο κάθε φορολογούμενος πολίτης. Κακοδιαχείριση και διασπάθιση δημοσίου και Ευρωπαϊκού χρήματος once again. Τι το ήθελε να πληρώνει «επιστημονικές» επιτροπές, παιδαγωγικά ινστιτούτα, καθηγητάδες επίκουρους -λέκτορες- τακτικούς και ατάκτους, συγγράφοντες και αξιολογούντες, προμόσιον στα κανάλια, υπουργούς, υφυπουργούς και παρακαθημένους και λοιπούς αεριτζήδες ή μη της πολύπαθης εκπαιδευτικής διαδικασίας για ένα βιβλίο, που θα μπορούσε κάλλιστα να της το είχε συγγράψει, τυπώσει και διανείμει ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ η γείτων Κεμαλική Τουρκική Δημοκρατία; Και θα μας μένανε και υποχρεωμένοι! Και θα το γράφανε και πολύ καλύτερα από εμάς ή τουλάχιστο πολύ πλησιέστερα στην δική μας ιστορική μνήμη. Και θα αποτελούσε και «μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Και θα ήταν και παγκόσμια πρωτοτυπία για το βιβλίο Γκίνες, και θα αποφεύγαμε και το Χρυσό Βατόμουρο του πιο κοσμοϊστορικού Αυτογκόλ στην εθνική συνείδηση… (που -εδώ που τα λέμε- είναι μακράν ηπιότερο παράσημο από αυτό της ανοιχτής παλάμης, το ρωμαίικο ντε!)
…και δε θα ήταν ανάγκη κοτζάμ υπουργείο Εθνικής Παιδείας (ΚΑΙ Θρησκευμάτων για τους επιλήσμονες της θεσμικής ορθοκανονικότητας) να τηρεί στάση αυτοδυσφημιστική, που ευθέως παραπέμπει σε πεισμωμένο συμπαθές υποζύγιο… «θα γίνει αυτό που θέλω εγώ, ο κόσμος να χαλάσει», ιν άδερ γουέρντς: «θα το φάτε το βιβλίο στη μάπα, σας αρέσει δεν σας αρέσει»…
…κι ούτε θα χρειαζόταν να αγχώνεται η –τραβάτε με κι ας κλαίω- σημερινή κάτσε καλά γκαγκάν και τάχατις Συνασπισμένη Αριστερά, η αυτοαναγορευόμενη ως Προοδευτική, μην τυχόν κι έρθει ο κόσμος ανάποδα κι αποσυρθεί ίσως το μοναδικό σχολικό εγχειρίδιο που τελευταίως την αναπαύει και την γαληνεύει πνευματικώς.
Διότι, αν παρακάμψουμε την πρακτική αξία ή μάλλον απαξία του εν λόγω ροχαλοπρεπούς «κουρελουργήματος» (όρος επιεικής, άρτι εφευρεθείς υπό τινος ενοχλητικού Καθηγητού), τότε σίγουρα το επίμαχο πόνημα θα ήταν για γέλια, αν δυστυχώς δεν ήταν για κλάματα.
Όπου «πρακτική αξία» βλέπε τεχνικές αστοχίες συγγραφής, όπως η αποκλειστική χρήση αφηγηματικού Ενεστώτα, παντελώς ακατάλληλου για παιδιά που καλά-καλά δεν έχουν χωνέψει τον κανονικό, τηλεγραφικές τύπου SMS (ή hes-em-es) κοφτές προτάσεις, ξερές-κατάξερες και παντελώς άνάλατες, άοσμες, άχρωμες κι άγευστες. Ρε φωστηρομπουμπούνες της επιτροπής, που ανάθεμά με κι αν μπήκατε 1 ώρα σε τάξη δημοτικού (συνολικά όλοι σας), το 11χρονο παιδί θέλει μπλα-μπλα, θέλει αφήγηση και παραμύθι, λόγο ρευστό, ζεστό και μυρωδάτο, και εύπεπτο από τις δικές του μη αφαιρετικές νοητικές δομές, όχι τα τηλεγραφήματα που του σερβίρετε. Ας μην μιλήσουμε για την συστηματική ψυχρή παράθεση ιστορικών «πηγών», που μόνο ένας έμπειρος ενήλικας με πλούσια βιώματα μπορεί να εκτιμήσει, να ζυγίσει και να ελέγξει για την αντικειμενικότητά τους.
Κι ας μπούμε και στο ψητό (που ως συνήθως καίει): βρε παγκοσμιοποιημένοι φωστηρομπουμπούνες, ποιος σας είπε ότι σκοπός του μαθήματος της Ιστορίας στην ΣΤ Δημοτικού είναι η «επιστημονική» κι αμερόληπτη προσέγγιση της ιστορίας μέσω των ιστορικών πηγών; (που κι εδώ τα κάνατε σαλάτα, γιατί κάθε άλλο παρά αμερόληπτη είναι η προσέγγισή σας και η επιλογή των πηγών σας). Το Άρθρο 16 του Συντάγματος της Ελλάδος, του πλέον ξεχαρβαλωμένου κειμένου -μετά την Βίβλο- από το Προκρούστειο παρ-ερμηνεύειν κατά το δοκούν, το έχετε διαβάσει ποτέ; Γνωρίζετε ποιοι είναι οι σκοποί της εθνικής Παιδέιας, που υποτίθεται ότι υπηρετείτε; Το ότι η παιδεία «….έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες..», αυτό το αγνοείτε παντελώς; Πάρτε το χαμπάρι επιτέλους, αυτό που οφείλει να διδάσκει η πολιτεία στους μαθητές της δεν είναι τα ξεκάρφωτα ιστορικά στιγμιότυπα (κατά το δοκούν επιλεγμένα και διατυπωμένα) που σερβίρετε στα παιδιά μας, αλλά την άγνωστη για εσάς έννοια της «ιστορικής μνήμης», αυτήν που ορίζει την ταυτότητά μας, που ποτίζει και μυρώνει το είναι μας, και που χάρη σε αυτήν εξακολουθεί και πορεύεται η τάλαινα η Ψωροκώσταινα. Αν το μαθητούδι του Δημοτικού δεν καταλάβει ποιος είναι, από τι είδους προγόνους κρατάει η σκούφια του, τι αξίες του εμπιστεύτηκαν αυτοί που το γέννησαν, κι άρα καταπού πρέπει να στοχεύει για να πορεύεται, ώστε να μην γίνει χλεχλές της Νέας Τάξης, σκοτίστηκα (να μην το πω λαϊκότερα) για το αν θα γνωρίζει τα περί Γαλλικής Επαναστάσεως, περί των Αθηναϊκών καφενείων ή άλλων κατ’ ουσίαν ανουσίων ανοησιών.
Τα παιδιά πρέπει να μάθουν από τι προγόνους κρατούν, για να μην καταλήξουν παγκοσμιοποιημένα γιουσουφάκια, κι αυτό, ω φωστηρομπουμπούνες των επιτροπών, δεν τους το δίνετε. Προτιμάτε να τους λέτε ότι αυτοί «συνωστίζονταν» στην αποβάθρα της Σμύρνης για να πάνε κρουαζιέρα στα νησιά, (ή μήπως και στις πύλες του Μεσσολογίου για να πάνε για πικ-νικ;).
Παραλειπόμενο: Οι παππούδες μας πράγματι «συνωστίστηκαν», αλλά αυτό έγινε στα παγωμένα μονοπάτια των βουνών της Ανατολίας, όπου κι άφησαν τα κόκαλά τους. Εκεί σπαρμένα ασπρίζουν ακόμα. Αδιάβαστα. Και σε τόσα άλλα μέρη…Κι όσο κι αν το ποθείτε, και κουτοπόνηρα το μεθοδεύετε, δεν θα αφοδεύσουμε επάνω τους. ΑΡΝΟΥΜΑΣΤΕ!
Μετά θλίψεως πολλής και λόγου γνώσεως
Γιώργης Χατζής
Πολίτης και Γονεύς, άμα και Εκπαιδευτικός
Περί Ιδιωτείας πόνημα. - Ιαν'07
Περί Ιδιωτείας πόνημα.
Ας φανταστούμε έναν –υποθετικό- κύριο, ντύσιμο στην τρίχα, γραβάτα οπωσδήποτε, μαλλί περιποιημένο και ύποπτο χαμόγελο, να κρατά ένα μπουκαλάκι με κάποιο «θαυματουργό» φάρμακο, γιατρικό δια πάσαν νόσον και πάσαν…Ποια τα κίνητρά του άραγε; Ή απύθμενη βλακεία, κατά το επιεικέστερον ή επικίνδυνη καιροσκοπία και απάτη, κατά το προφανέστερον. Σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως και τιμητικώς του απονέμεται η ανεξίτηλη ρετσινιά του τσαρλατάνου και του κομπογιαννίτη. Φυσικά κι όσοι τον πιστεύουν εξίσου αυτοδικαίως εισπράττουν ένα συμπονετικό μειδίαμα, και καναδυό ρωμαιικότατα φάσκελα, να μην τους τα χρωστάμε.
Λοιπόν τώρα, και προτού σπεύσουμε να λοιδορήσουμε τους ανωτέρω αξιοθρήνητους αφελείς, ας επεκτείνουμε λίγο τον συλλογισμό μας κι ας φανταστούμε έναν άλλον κύριο, πολιτικό αυτήν την φορά, εξίσου καλοντυμένο, κουστουμαρισμένο, ασφαλώς γραβατοφόρο, και με ένα ομοίως ύποπτο και κενό χαμόγελο (τύπου Μπλέρ, αλλά στο κατά τι πονηρότερο), να μας λέει ότι κατέχει το φιαλίδιο με το παντοδύναμο γιατρικό για την κάθε νόσο και την κάθε….που ταλανίζουνε την πτωχή μας Ψωροκώσταινα. Οι αναλογίες πασιφανείς. Μόνο που δυστυχώς στην θέση των δικαιούχων των φασκέλων είμαστε εμείς οι ίδιοι, καθώς καιρό τώρα διάφοροι κουστουμαρισμένοι γραβατοφόροι έχουν κινήσει γη κι ουρανό για να μας πείσουν ότι η «ιδιωτικοποίηση» σε κάθε την έμφαση είναι το θαυματουργό γιατρικό για κάθε κακοδαιμονία που κατατρέχει το Νεοελληνικό μας παραγκοειδές μόρφωμα. Και το κακό είναι πως εν πολλοίς το έχουν καταφέρει.
Διότι στην ουσία αυτοί οι όψιμοι μηρυκαστές του «λεσέ φερ» μας λένε (και δυστυχώς τους πιστεύουμε) ότι ο,τιδήποτε στον δημόσιο βίο παρουσιάζει συμπτώματα παθολογίας, οφείλει να ιδωτικοποιηθεί. Βλέπε ΔΕΚΟ, Τράπεζες, Πανεπιστήμια, Υγεία, και μακραίνει ο κατάλογος. Το χειρότερο είναι πως αυτό το πλασάρουν ως αυτονόητο, γουρλώνοντας τα μάτια τους από έκπληξη και καλά, αν τυχόν τους ρωτήσεις το «γιατί», λες και κατέβης από το φεγγάρι, φυσικά επειδή αδυνατούν να απαντήσουν σε αυτό το «γιατί», κι όχι γιατί αυτοί δεν έχουν, αλλά απλά γιατί δεν υπάρχει απάντηση. Αλλά το ακόμα χειρότερο και τραγικότερο είναι ότι οι ίδιοι παράγουν αυτήν την παθολογία των θεσμών, εξαντλώντας όλη τους την τέχνη, για να έρθουν μετά να μας «σώσουν», φυσικά διά της ιδιωτικοποιήσεως…
…ήγουν δια της ηλιθιοποιήσεως, καθότι εξαπανέκαθεν ισχύει αφοριστικώς και αξιωματικώς το ιδιώτης = βλαξ, κάτι που ίσχυε παλαιώθεν, αλλά λησμονήθηκε από εμάς, πλην διασώζεται στην Αγγλικήν, την Γερμανικήν, και τινές άλλες γλώσσες. Διότι ιδιωτεία και πολιτεία είναι οι δυο ασύμβατες επιλογές του υπάρχειν. Η πολιτεία είναι ως γνωστόν άθλημα κοινό, το Μέγα Στοίχημα όπου όλοι κερδίζουμε ή όλοι χάνουμε. Σχετικά πρόσφατη κατάκτηση του ανθρωπίνου πνεύματος, μετρά κάτι λίγες χιλιετίες. Πόλις – Πολιτισμός – Πολιτεία - Κοινόν – Κοινότης - Κοινωνία, έννοιες σιαμαίες. Στον αντίποδα, η ιδιωτεία είναι σαφώς παλαιότερη σύλληψη. Η επιδίωξη της μεγιστοποίησης του ατομικού κέρδους και η τομαριστική χαζοχαρούμενη ευδαιμονία επί του πτώματος του Πλησίον χρονολογείται από την εποχή του Χόμο Χάμπιλις, του Αυστραλοπίθηκους Αφαρένσις, και ακόμα παλαιότερα. Ανασύρθηκε από την απολίθωση από εκπροσώπους του είδους Αυστραλοπίθηκους Εουροπαίους, παροπιδοφόρους φυσιοκράτες όπως Σμιθ, Μπένθαμ και η λοιπή παρέα, εκεί κάπου στον 17ο με 19ο αιώνα, για να χρεωκοπήσει παταγωδώς στις αρχές του 20ου, και ανασύρθηκε για αναμάσηση από την προστομαχική μοίρα των Χόμο Γραικύλους Μηρυκάστικους κατά τους παρόντες δύσκολους καιρούς.
Αντιλαμβανόμαστε ότι οι εκπρόσωποι του ανωτέρω συμπαθούς κατά τα άλλα διπόδου είδους δεν έχουν τον Θεό τους, διότι ο Κύριος σαφώς κελεύει: «Αγάπα τον Πλησίον ως σεαυτόν». Επίσης η νοητική τους εμβέλεια καθιστά απαγοητευτικά δυσθεώρητες για αυτούς διάφορες αφηρημένες έννοιες και ανθρώπινες αξίες όπως το κοινωνικό αγαθό, η αξιοπρέπεια, η αλληλεγγύη, η κοινωνική ειρήνη, η μόρφωση, και άλλες που για έναν νορμάλ άνθρωπο απλά κυλούν στο αίμα του. Και για να εξειδικεύσουμε στα σημερινά συπτωματικώς τεκταινόμενα, η εγγενής τους εθελοτυφλία ή η επίκτητη μυωπία δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν ότι η παιδεία του δικού μου, του δικού σου, ώ αναγνώστα, παιδιού, του καθενός παιδιού, η υγεία του, ψυχική και σωματική, η αξιοπρεπής εργασία του, η κοινωνική του ένταξη, η ευζωία του, δεν είναι υπόθεση δική μου, ή δική σου, ώ αναγνώστα, ή του καθενός ατομικά, αλλά όλων μας συλλογικά.
Με τα μονόχρωμα πατομπούκαλα που έχουν ως ματογυάλια θεωρούν κι ερμηνεύουν τον κόσμο που μας περιβάλλει μόνο διά του Κέρδους και διά το Κέρδος. Αυτό είναι το Α και το Ω τους, ο Θεός τους. Το νερό που πίνω πρέπει να αφήνει κέρδος, λες και ο Πανάγαθος μας το χρεώνει, ομοίως το ψωμί που τρώω, η ενέργεια που χρησιμοποιώ, η σχολή όπου φοιτώ, το τραίνο που θα πάρω, ο βόθρος όπου θα αποχετεύσω τα βιολογικά μου υποπροϊόντα, η μουσική που θα ακούσω, η στοματική μου υγεία, η ψυχική μου ισορροπία, η μεταφυσική μου παρηγορία, όλα οφείλουν να είναι κερδοφόρα. Ως Άνθρωπο με έχουν αφοδευμένο, εγγεγραμμένο εις τα παλαιότερα των παπουκίων τους. Ως Τσέπη έχω κάποια αξία για αυτούς, στον βαθμό που είμαι αρκούντως γεμάτη, ώστε να αφήνω Κέρδος. Σε ποιον; Ώ της Εσχάτης Ταπεινώσεως του Ανθρωπίνου Προσώπου!
Συμπτωματικά εντελώς οι μέρες είναι πονηρές. Συμπτωματικά εντελώς επιχειρείται να θεσμοθετηθεί η ήδη από καιρό τελουμένη ηλιθιοποίηση της Εκπαίδευσης, και δη της Ανωτάτης. Για εξυγίανση ουδείς λόγος. Υπενθυμίζω: Ηλιθιοποίηση = Ιδιωτικοποίηση. Ακολουθούν και οι λοιπές βαθμίδες. Στο εξής η μόρφωση του δικού μου παιδιού, του δικού σου, ώ αναγνώστα, του οποιουδήποτε παιδιού δεν θα είναι υπόθεση αξιοπρέπειας όλης της κοινωνίας, αλλά ατομική του καθενός, κι όποιον πάρει ο Χάρος.
Δυστυχώς έχει προηγηθεί η ιδιωτικοποίηση – ηλιθιοποίηση ολόκληρης της πολιτικής μας σκέψης. Κι ο νοών νοείτω.
|
| Γιώργης Χατζής Διπλ. Ηλεκτρολόγος Μηχ. Καθηγητής Μ.Ε. |
Πόσο Ορθόδοξοι είμαστε άραγε; - Ιαν'07
Πόσο Ορθόδοξοι είμαστε άραγε;
Σε έξαρση βρίσκονται η φιλολογία τα κουτσομπολιά και τα πάσης φύσεως σχόλια στον απόηχο των δυο «κοσμοϊστορικών» επισκέψεων, αυτών του Πάπα Ρώμης στο Φανάρι, και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στην Ρώμη. Όπως είπα, τα σχόλια πολλά, και οι γνώμες διιστάμενες, κινούμενες ως είθισθαι στην λαοφιλή λογική του άσπρου-μαύρου, φυσικά δίχως ενδιάμεσες αποχρώσεις:
Οι μεν, συνήθως από του ραδιοφωνικού άμβωνος της Εκκλησίας της Ελλάδος, πασχίζουν να μας πείσουν με γλυκανάλατα επιχειρήματα και λυρικούς συναισθηματισμούς, για δήθεν ιστορικές στιγμές που βιώνουμε, για επικείμενη «επανένωση των εκκλησιών», για αποκατάσταση κοινωνίας, για εγκαθίδρυση αγάπης και κατανόησης μεταξύ των δυο χριστεπώνυμων πληρωμάτων και λοιπά ανόητα και έξαλλα που εφευρίσκουν προς δικαιολόγηση (τραβηγμένη από τα μαλλιά) επιλογών καθαρά πολιτικών.
Οι δε, από ποικίλλων άλλων αμβώνων, ενίοτε και εντός Ναού, ωρύονται εκτοξεύοντας αστραπόβροντα και κατάρες εναντίον των Αιρετικών παπικών, των Αντιχρίστων, των έτσι και των αλλιώτικων κακών-κακίστων που πάνε να μας φάνε εμάς τους καλούς, και λοιπά έξαλλα και ανόητα επίσης.
Όμως, ως γνωστόν τοι πάσι, ο υπογράφων αποστρέφεται κάθε είδους γενικεύσεις, αφορισμούς, συνθήματα και κραυγές, ως πάνυ νοησιοκατασταλτικά, ήγουν σε απλά ρωμαίικα ως μεθόδους εγκεφαλικής πλύσεως, που μας στερούν ό,τι πιο ανθρώπινο, δηλ. την ικανότητά μας να σκεπτόμαστε. Δεν υπάρχει ούτε άσπρο, ούτε μαύρο, αλλά ευτυχώς τα πάντα είναι γκρίζα, φαιά, και καλούν την φαιά μας ουσία σε δράση, για να τα αναλύσει και να τα αξιολογήσει. Σε πείσμα όλων όσων μας θέλουν πρόβατα καταναλωτικά των προϊόντων, των ιδεών και των θρησκοληψιών τους.
Κανείς από τους μεν-γλυκανάλατους ή τους δε-αστραπόβροντους δεν ψηλάφησε το γεγονός ότι η επταπόθητη (ομολογουμένως) ένωση μάλλον ως ουτοπία θα πρέπει να νοείται, τουλάχιστο στα χρόνια που διανύουμε, κι αυτό γιατί δεν είναι ούτε θέμα καλής διάθεσης των Ανατολικών προς τους Δυτικούς και τούμπαλιν, ούτε φυσικά και θέμα γονυπετούς επιστροφής των μετανενοημένων παπικών στις δικές μας αγκαλιές. Είναι πάνω απ’ όλα υπόθεση χάσματος αβυσσώδους μεταξύ δυο πολιτισμών, του δυτικού που εδράζεται πάνω στο ρωμαϊκό δίκαιο της θεοποίησης των θεσμών και στον βαρβαρικό παγανιστικό «ορθολογισμό» και του μυστικιστικού ανατολικού των υπαρξιακών σχέσεων και της καρδιακής εμπειρικής γνώσης. Μπορεί το μίσος μεταξύ των δυο κόσμων να επουλωθεί, ως οφείλει, αλλά το χάσμα στην νοοτροπία χρειάζεται ένα θαύμα για να γεφυρωθεί. Η «αίρεση» του δυτικού κόσμου είναι στην ουσία της ένας άλλος τρόπος σκέψης και θεώρησης του παντός, που εδώ και χιλιετίες διαποτίζει συνεχώς την ψυχή του δυτικού πολιτισμού. Και φυσικά είναι αδύνατο να αναιρεθεί η αίρεση αυτή, δίχως να καταρρεύσει ολόκληρο το Δυτικό οικοδόμημα.
Αλλά μήπως και εμείς οι άλλοι, οι Ορθόδοξοι, οι φυλάττοντες την Αλήθεια ως κόρη οφθαλμού, είμαστε και τοοοόσο ορθόδοξοι και τοοοόσο φυλάττοντες, όσο νομίζουμε; Μήπως κάπου στην πορεία παρεκκλίναμε κι εμείς; Μήπως αντί να οικτιρίζουμε και να σιχτιρίζουμε τους βαρβαρόφραγκους, καλό θα ήταν να ασκούσαμε λίγη αυτοκριτική, να επιχειρούσαμε στοιχειωδώς λίγη σε βάθος αυτογνωσία; Πόσο Ορθόδοξοι είμαστε άραγε; Τα γένια και τα ράσα αρκούν για να μας κάνουν τον παπά;
Και δεν εννοώ το κατά πόσο πολύ μελετούμε την Γραφή, αυτό το κάνει περισπούδαστα ο κάθε τυχαίος ξεχασμένος αμερικανόβλαξ οπαδός της τάδε συνοικιακής μικροαίρεσης του Μισσισιπή, δεύτερη στροφή δεξιά. Αλλά, για παράδειγμα, ποια είναι η απόσταση η δική μας από την Αυγουστίνεια Θεολογία, πάνω στην οποία βασίστηκε ολόκληρο το διεστραμμένο εκκλησιαστικό οικοδόμημα της Δύσης, με όλα του τα συνεπακόλουθα αδιέξοδα; Φοβάμαι πως είναι μηδενική. Προτού ουρλιάξουν μερικοί, υπενθυμίζω ότι η δικανική αντίληψη και προσέγγιση των σχέσεων Θείου κι Ανθρώπινου έχει οσμώσει στα κατάβαθα της «ορθόδοξης» σκέψης μας, εκφυλίζοντας αυτές τις σχέσεις σε σχέσεις ενοχής, αξιομισθίας, ανταπόδοσης και τιμωρίας. Και πάντως όχι σε σχέσεις αγάπης. Κι αν αυτό είναι σίγουρα λυπηρό, δεν είναι εξοργιστική η de facto αποδοχή εκ μέρους μας ανιστόρητων ιδεοληψιών σαν κι αυτή της Ανσελμικής προσβολής της άπειρης θείας δικαιοσύνης, και άρα της ανάγκης εξιλασμού μέσω ενός άπειρου θύματος; Μήπως αυτά δεν έχουν κατά καιρούς διδαχθεί και από δικούς μας άμβωνες, από στόματα «έγκριτων» ιεροκηρύκων; Πότε αυτοί οι «έγκριτοι» κύριοι, οι οποίοι αρέσκονται να γεμίζουν ενοχές ένα φοβισμένο εκκλησίασμα, μίλησαν για την έννοια του Προσώπου, κεντρικό άξονα στην Ανατολική Θεολογία, παντελώς άγνωστη στους Δυτικούς;
Γιατί μας ενοχλεί το παπικό «πρωτείο», όταν οι ίδιοι εμείς μιλάμε για «προκαθήμενο» της εκκλησίας μας, πετώντας στα σκουπίδια το συνοδικό σύστημα; Γιατί μας ξενίζει το αλάθητο, όταν ο καθένας μας, ρασοφόρος ή μη, ξορκίζοντας στην ουσία τις μύχιες και κρύφιες ανασφάλειές του, οχυρώνεται πεισματικά πίσω από τα ατομικά του θρησκοληπτικά συμπλέγματα, και αγνοεί αυτό που λέγεται Εμπειρία και Αλήθεια του εκκλησιαστικού σώματος; Γιατί τόσο κοπτόμαστε για την εκκοσμικευμένη παπική αλαζονεία, όταν κι ο δικός μας κλήρος αρέσκεται να δηλώνει «εκπρόσωπος του Θεού επί της Γης», λες κι ο Παράκλητος χρειάζεται εκπροσώπους, ωσεί απών; Μήπως κι εμείς πια δεν μιλάμε για «αγιοποιήσεις», λησμωνόντας πως κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο στην εκκλησία μας που μόνο να «ανακηρύσσει» μπορεί; Κατηγορούμε πανεύκολα την παπική κοσμική ισχύ και χλιδή, αλλά κι εμείς πια ούτε που μπορούμε να ορίσουμε την έννοια της ακτημοσύνης. Φωνάζουμε και τσιρίζουμε για την ουνία, και ξεχνούμε το δικό μας διεστραμμένο μπάχαλο στις ορθόδοξες Εκκλησίες της διασποράς, όπου στο ίδιο μέρος έχουμε Έλληνα, Βούλγαρο, Ρώσο, Σκοπιανό, Κινέζο, Κογκολέζο, και Λαισρτυγόνα (αν μπορούσαμε) επίσκοπο! Δεν μας φτάνει που εγίναμε χίλια κομμάτια, η ένωση με τους παπικούς μας μάρανε.
Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει κι άλλα πολλά, όπως για παράδειγμα θα μπορούσε να μιλήσει για έντονη προτεσταντόφερτη αποπνευματικοποίηση της εκκλησιαστικής μας ζωής, μα δεν είναι αυτός ο σκοπός του παρόντος πονήματος. Αυτό που επιθυμώ να καταδειχθεί είναι ότι προτού αρχίσουμε να μιλούμε για ένωση ή μη, θα πρέπει να ενδοσκοπήσουμε στα δικά μας χάλια, να δούμε που «πήραμε την ζωή μας λάθος», και για ποιους λόγους φαλτσάραμε, όπου φαλτσάραμε, από την αρχική μας πορεία. Έπειτα, κάθε κουβέντα για ένωση ή μη γίνεται πιο ξεκάθαρη, πιο εύκολη, και οπωσδήποτε πιο έντιμη. Διότι, όταν οι καιροί είναι κρίσιμοι, όπως αυτοί που ζούμε τώρα, όποιος βιαστικά εξάγει συμπεράσματα θα εκτεθεί έναντι της ιστορίας.
Τοπίο στην ομίχλη - Δεκ'06
Τοπίο στην ομίχλη
Αγγελοπουλικό σκηνικό, τοπίο ομιχλώδες η (πάλαι ποτέ) όμορφη ακριτική μας πόλη. Το σινιάκι, ίδιον του τοπικού μικροκλίματος, αρνείται πεισματικά να σηκωθεί εδώ και βδομάδες. Φυσικά τιμή και καμάρι μας, ημών των μικροαστών επαρχιωτίλων η ειδική μνεία του σινιακίου από τον μέγα εν τοις μετεωρολόγοις, τον κύριο Σάκη. Πλην όμως….
Διαπίστωση πρώτη, (θλιβερή, θλιβερότατη): Οι μισοί και πλέον των συμπολιτών μας αγνοούν παντελώς ότι ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΑΝΤΑ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΦΩΤΑ. Κι όχι τα μικρά του παρκαρίσματος (φώτα θέσης, κατά το επισημότερο), αλλά την μεσαία σκάλα, για να μας βλέπουν οι άλλοι, ή ακόμα καλύτερα τα ειδικά της ομίχλης, όταν υπάρχουν. Αυτοκίνητο δίχως φώτα στην ομίχλη είναι κυριολεκτικά αόρατο από τα άλλα, και το βλέπουμε όταν έχει έρθει τόσο κοντά, που πια είναι πολύ αργά. Φυσικά η χρήση φώτων στην ομίχλη επιβάλλεται σαφέστατα και από τον ΚΟΚ, (που με τα νέα «αναπροσαρμοσμένα» πρόστιμα λίγο διαφέρει από ένα καλό φορολογικό νομοσχέδιο). Πλην όμως ο ισχύων ΚΟΚ βλακωδώς και περιέργως καθιστά υποχρεωτική στην ομίχλη την χρήση των φώτων θέσης, και όχι των «μεσαίων», δηλαδή των φώτων διασταύρωσης. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο μέσος νοήμων οδηγός δεν έχει ανάγκη κανέναν ΚΟΚ, για να αντιληφθεί τι είναι χρήσιμο για την ασφάλειά του. Γνωρίζει καλά ότι τα αναμμένα φώτα στην ομίχλη κάνουν την διαφορά ανάμεσα σε ένα ακέραιο και σε ένα στραβωμένο φτερό, ανάμεσα σε ένα άθικτο και σε ένα σπασμένο κεφάλι, και ίσως –το χειρότερο- ανάμεσα σε έναν ζωντανό και σε έναν νεκρό συνάνθρωπό μας.
Διαπίστωση δεύτερη (εξίσου θλιβερή κι επιπλέον περίεργη): Εμφανής, εμφανέστατη η απουσία των οργάνων του Νόμου και της Τάξεως από τους ομιχλώδεις δρόμους, σε κάθε περίπτωση γεννά ερωτηματικά καχυποψίας στους κακεντρεχέστερους των συμπολιτών, κι απλή απορία στους πιο καλοπροαίρετους. Απουσία των οργάνων του Νόμου και της Τάξεως που σε άλλες, φωταυγέστερες ημέρες είναι πανταχού παρόντα, επιβάλλοντα με σιδηρά πυγμή, ενίοτε ακάμπτως κι αδυσωπήτως, το γράμμα του ΚΟΚ, άχρι κεραίας, και καθιστώντα πανελληνίως διάσημη την ακριτική και (πάλαι ποτέ) όμορφη πόλη μας. Απουσία των οργάνων του Νόμου και της Τάξεως που εξ αντικειμένου αδικούνται, καθώς το όποιο έργο τους αποτιμάται ουσιαστικά σε ζωές που δεν χάθηκαν κι άρα είναι δυστυχώς μη μετρήσιμο. Πολύ θα ήθελε ο γράφων να διάβαζε σε ένα από τα επόμενα εβδομαδιαία δελτία τύπου της εν λόγω Αρχής (μακάρι και οι λοιπές Υπηρεσίες να εξέδιδαν δελτία τύπου, εν είδει λαϊκής λογοδοσίας –μην ξεχνάμε ποιος είναι το αφεντικό στην Ψωροκώσταινα) απολογισμό για τον αριθμό των οδηγών στους οποίους έγιναν συστάσεις ή επιβλήθηκαν πρόστιμα για μη χρήση φώτων στην ομίχλη.
Διαπίστωση Τρίτη (αυτονόητη κι ως εκ τούτου μάλλον περιττή): Η παντελής αδιαφορία της τοπικής αυτοδιοίκησης και των ΜΜΕ για το θέμα, καθώς η πρώτη θεωρεί περιττή πολυτέλεια την κατάλληλη φωτεινή οδική σήμανση-υπενθύμιση για τους εποχουμένους ώστε αυτοί να ανάβουν έγκαιρα τα φώτα τους, και τα δεύτερα προτιμούν να διαθέτουν τον ραδιοφωνικό χρόνο τους οπουδήποτε αλλού (πχ. Στο σκόρ του ποδοσφαιρικού αγώνα άνω κακοτράχαλου –κάτω δροσοραχούλας) παρά σε συστηματική ενημέρωση, μπας και κάποτε διορθώσουμε κάποιες πολύ πολύ επικίνδυνες καθεστυκυΐες οδικές μας νοοτροπίες.



